Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Η Σίικα και «το σιρομάχ»

Αχ! να ‘χα κι ένα άλογο να πάγαινα καβαλάρης! Ένα μικρό σταχτί, σβέλτο άλογο με φουντωτή χαίτη. Με φουντωτή χαίτη και με σέλα από τσαπράζια! Και να ‘χα κι ένα καμουτσί να το σπάθιζα πάνω στ’ αφτί του, να το κάνω να τρέχει καμαρωτό ανάμεσα στα κορίτσια… Και το πιο όμορφο, και το πιο ξανθό απ’ όλα να καυχιέται και να λέει: «Δικός μου είναι αυτός ο καβαλάρης! Τον βλέπετε;… είναι δικός μου!»
Και πήγα στο χωριό Τσερκόβιανη, και είδα τα κορίτσια, και το πιο ξανθό, και το πιο όμορφο (αχ που να μην έσωνα να πάω, και να μην έσωνε να μου πει τα όσα μου είπε το πιο ξανθό και το πιο όμορφο!)
Το χοροστάσι ήταν πήχτρα. Γυναίκες ζωσμένες στο φλουρί. Γεροντάκια που ξεχάσανε στο παραγώνι τα κομπολόγια και τα χρόνια τους… παλικάρια έξω φτώχεια… παιδόπουλα γιομάτα άψη.
Η μάνα της Σίικας που βαριόταν να καλησπερίσει άνθρωπο, έκανε σαν το κατσίκι στο γρασίδι. Άστραφτε και μοσκοβολούσε όλο το χωριό. Ένα καμάρι ήταν όλα. Μια ξεγνοιασιά.
Οι μαστραπάδες με το κρασί πηγαινοέρχονταν, σαν σαΐτες στον αργαλειό.
-Σαράπ!
-Σαράπ
-Σαράπ! φωνάζαν όλοι. Κάποιανου του ‘κανε το κέφι να ονοματίσει το κρασί έτσι: «σαράπ» (τούρκικα), και πήρε σβάρνα από στόμα σε στόμα.
Σε μια θεόρατη αλώνα, που την είχαν ισιώσει επιταυτού, ήταν στημένος ο χορός. Τρία καγγέλια. Ποτές δε μου πέρασ’ απ’ το νου πως οι φρόνιμοι Βοδενιώτες κι οι Τσερκοβιανοί θα ‘ταν τόσο χορευταράδες. Ο πρώτος ήταν κι αν ήταν! Πηδούσε, σάλτερνε, τινάζονταν σαν το τσελίκι… στριφογυρνούσε σαν σβούρα… Τίναζε μπροστά το στήθος του με λιονταρίσιο καμάρι. Σ’ αυτά τα καμώματα όλη η αρμαθιά των χορευταράδων μουρλαινόταν. Όσο για τους παιχνιδιατόρους, μπαΐλντιζαν απ’ τη γλύκα του ίδιου τους του τραγουδιού και κάνανε κι αυτοί του κόσμου τα τσαλίμια.
-Ίιιιιι!! γιαχ-γιαχ-γιαχ-γιαχ-γιαχ!... έκαν’ ο ταμπουρλιέρης και σκιζότανε πάνω στο τουμπερλέκι του.
Ο γύφτος με την πίπιζά του έστελνε το τραγούδι του κατά τον ήλιο όπως ο κότσυφας τη μύτη του. Τη μεγάλη ψιλοδουλειά την έκανε ο γκαινταντζής. Αντίς να παίζει ο ίδιος έπαιρνε στην αγκαλιά του ένα φουσκωμένο αρνί και το ‘βαζε να παίζει κείνο. Τι θάμα ήταν αυτό το αρνί του γκαινταντζή! Αντίς να βγάζει τη φωνή απ’ το στόμα… την έβγαζε από τα ποδάρια. Είχε ο καλός σου ο γκαινταντζής αγκαλιασμένο το αρνί του, το ‘βαζε να βελάζει, και κείνος κει καθότανε να καμαρώνει το χορό. Βολές βολές, σαν αδυνάτιζε η φωνή, έσκυβε και το δάγκανε στο καρύδι κι εκείνο να σου και ξανάβγαζε πιο δυνατά ξεφωνητά.
Άλλο θάμα πάλι το γυναικίσιο καγγέλι. Σα να ξερίζωσες μιαν αυλακιά μαγιάτικο κάμπο με τα λουλούδια και τα σπαρτά του και να τον έριξες να βεργολυγάει στ’ αλώνι. Όλο τσάκισμα ο χορός τους, όλο λύγισμα και ντροπαλότητα. Έβγαινε η πρώτη με το ζερβί της χέρι πιασμένο στην αρμαθιά και το δεξί ακουμπισμένο –μ’ ένα μαντίλι στα δάχτυλα,- στη μέση. Ευτύς τ’ αδέρφι, ή ο γονιός, ή ο γείτονας, τρέχαν στον γκαινταντζή και του σκεπάζανε με τάλαρα τα μούτρα.
Λίγο παράμερα το χοροστάσι των παιδιών. Κι η Σίικα; Αφού δεν ήταν στ’ άλλα δυο, πού αλλού μπορούσε να ήταν;
Ναι, δεν είχα γελαστεί. Ναι, να τη! Χορεύει πιο πολύ, και πιο καλά απ’ όλες. Κι απ’ όλες η πιο στολισμένη είναι κι απ’ όλες η πιο στραφτερή.
Ανάμεσα στ’ αγόρια ξεχωρίζει ο Δροσιάδης, το πλουσιόπαιδο του μαχαλά. Δεν ξέρει πώς να δείξει τα πλούτια του και τα δείχνει με την ακαταδεξιά του. Κείνος δε χορεύει, κείνος δεν τραβάει τις πλεξούδες των κοριτσιών, κείνος δεν πετροβολάει με πλατανόμηλα. Δεν κάνει τίποτις, μα όλοι ε κ ε ί ν ο ν β λ έ π ο υ ν.
Τώρα η Σίικα περνάει πρώτη. Οι πλεξούδες της χοροπηδάνε σαν ανθισμένα κλωνιά στο πρώτο αγεράκι της άνοιξης. Τώρα θα με δει (να, να) και (χόπλα) θα χοροπηδήξει ως τα ουράνια. Τώρα θα με δει (αχ, όπου να ‘ναι) και θα ριχτεί στον κόρφο μου. Μα δε βλέπει. Έχει το νου της στο χορό. Κοιτάει μην και μπερδέψει τα πατήματα, μην και την ξεπεράσει καμιά άλλη.
-Μπράβο, Σίικα! φωνάζουν όλοι.
Εχ, να! Και τότες παίρνω την απόφαση. Τι ψυχή είχε μια δραχμή;
Τη βγάζω μπροστά σ’ όλους καμαρώνοντας. Μην και κανένας κάνει λάθος πως εγώ είμαι που τη βγάζω. Την κρατάω στα δυο μου δάχτυλα και πάω και την πετάω σαν ακατάδεχτα (έτσι είδα να κάνουν οι μεγάλοι) μπρος στα πόδια του γκαινταντζή. Γελάσανε τα μάγουλά του, το ίδιο και του ταμπουρλιέρη… μα εγώ λίγο τους πρόσεξα. Ο νους μου εμένα στη χορευταρού! Όλοι το πήραν μυρουδιά. Κι ευτύς ο χορός σκόρπισε. Τα κορίτσια πειραγμένα μαζεύτηκαν ένα γύρω, έτσι που να μου ‘χουν γυρισμένη τη ράχη τους.
Και τότες έγινα ένα πράμα… Ο Δροσιάδης, ο άρχοντας της γειτονιάς μας- που ότι καταδεχότανε να τον φωτάει ο ήλιος, τραβάει μια δυο, ίσια στον γκαινταντζή, που παίρνει πίσω τη δραχμίτσα μου, και του κολλάει στο κούτελο (φατ!φατ!) δυο τάλαρα της ώρας! Και τώρα (να σου τον) που μου πετάει τη δραχμούλα μου στα πόδια. Παγώνω. Ψάχνω να γυρέψω θάρρος απ’ τα μάτια της Σίικας… και σκοντάβω πα’ στη γυρισμένη της ράχη. Φ ύ γ ε… Σκύβω και πιάνω τη δραχμούλα μου, τη σφίγγω, τη χώνω βαθιά βαθιά στη ζεστασιά της τσέπης μου. Μην παραπονεθεί. Μη μου κρυώσει. Ναι, ναι. Έβγαλε ψύχρα. Μαζεύουμαι σε ένα κοτρόνι. Σκύβω, κουρνιάζω σαν μαυροπούλι το χειμώνα, σ’ ένα καμένο δέντρο, στην ερημιά του κάμπου. Τι κρύο που ‘βγαλε μονομιάς… Κι ο ήλιος; Θαμπός, θαμπός. Κι η γκάιντα πάλι, κείνο το αρνί –πώς άλλαξε; Σαν αρνάκι που το σφάζουν. Ένα βέλασμα μακρινό. Δεν είπα τίποτα. Σίικα. Όχι, όχι. Έτσι. Έτσι… πέρναγα από δω και κάθισα σε τούτο το κοτρόνι να ξαποστάσω μια σταλιά. Αλήθεια, τίποτ’ άλλο. Κι είχα στην τσέπη ένα δαχτυλιδάκι. Το πήρα απ’ το παζάρι… μ’ ένα πετραδάκι θαλασσί, σαν τα μάτια σου. Όχι για σένα. Έτσι το πήρα. Να, το πατάω χάμου. Το κάνω γούστο… με το πετραδάκι του, που είναι σαν βγαλμένο ματάκι πουλιού.
Τι θέλει τούτο το κορίτσι που σιμώνει; Εγώ; Ναι, ο Κριφ. Τι λένε; Τι τους έκανα εγώ; Τι τα ‘χουνε μαζί μου; Να τος και τούτος που μου πέταξε τη δραχμούλα μου. Τι λέει; Κάτι ρωτάει;
-Ποιο είναι αυτό το σιρομάχ; (κουρελής).
Με δείχνει. Κι η Σίικα;
-Αυτό… αυτό είναι ένα κριφ. Να, ένα κρίβα-πάτσε στο μαχαλά μας… που το λυπάω… και το δίνω ζαχαράτα.
Κάτι κρυφομιλάνε στο μπουλούκι. Ένα λιανό κορίτσι κινάει κι έρχεται καταπάνου μου.
-Ψστ… κρίβα, κάνει με σιχασιά. Μο το είπε το Σίικα να σι πω α πάινε σι πέρα. Α φύγκε. Κι άμα γκίνει το βράντυ τα σο ντώσει ζαχαράτα. Α, πάινε!...
Τι με φαρμάκωναν τώρα με τα ζαχαράτα τους; Εγώ είχα θέρμη, θέρμη, κι έπρεπε να πάω να πέσω.
Νυχτώθηκα στο δρόμο με τον ήλιο ψηλά. Η γκάιντα και το τουμπερλέκι κακάριζαν πίσω μου:
-«Ποιο είναι αυτό το σιρομάχ;»
-«Ποιο είναι;»
Α, ένα προσφυγάκι με μια «σιρομάχ» ψυχή… μ’ ένα «σιρομάχ» μεταλλίκι στην τσέπη του…
Η Τσερκόβιανη είναι μια κουτσουλισμένη φωλιά που την περιγελάνε οι καρακάξες οι πίπιζες.
Κι η Έδεσσα μια στρίγκλα. Τίποτ’ άλλο.
-Πσιτ! Που πάει; με ρωτάνε τα πλατάνια.
Κάθουμαι μια ώρα στον όχτο για να το σκεφτώ.
-Πσιτ! Τι κάτεσαι; με ξαναρωτάει.
Κάθουμαι άλλη μια ώρα για να το σκεφτώ και αυτό.
-Από πού είσαι;
Και ψάχνω στον αέρα, ψάχνω στη σκόνη να το βρω.
-Φέλει τίποτα;
-Ναι.
-Τι;
-Τίποτα…
Ένα κατσίκι ολομόναχο, λίγο παράμερα, βοσκάει σκαρφαλωμένο στην γκορτσιά. Σαν με παίρνει το μάτι του, σταματάει το μάσημα και κάθεται να με κοιτάξει. Κουνάει το καμπανάκι του που του ‘χουν κρεμασμένο στο λαιμό.
-Ντιγκ, ντιγκ, ντιγκ. «Πάιντος».
Θα κλείσουμε. Βραδιάζει, περάστε όξω!
Μα ξάφνου βλέπω να, το κατσίκι δεν είναι μόνο. Έχει παρέα κι ένα προβατάκι. Μασουλάνε και τα δυο και με κοιτάζουν. Το πρόβατο έχει και το παπλωματάκι του μαζί ριγμένο στην πλάτη.
Είναι καταδεχτικά. Ούτε «σιρομάχ» ούτε «κρίβα». Για να με καλοπιάσουνε μου χτυπάνε την κουδουνίστρα τους.
-Ντίγκιρ, ντίγκιρ, ντίγκιρ! κείνα μου μιλάνε με το κουδουνάκι τους.
Η Άγια-Παπαντή κοιτάει ολόγυρα αμίλητη. Μα η καμπάνα ψηλά στο κρεμαστάρι της σκύβει ν’ ακούσει το κουδουνάκι όπως η προβατίνα το βέλασμα του μωρού της.
-Ντίγκιλ, ντίγκιλ, ντίγκιλ… κάνει πάλι το μικρό.
-Γκρουμ… γκρουμ… γκρουμ… βελάζει δυνατά η μεγάλη και το μαυλίζει.
Τα πλατανόφυλλα της Τσερκόβιανης χτυπήσανε παλαμάκια.
Βράδιαζε. Το λιβάνι του βραδιού πλημμύρισε τον αέρα. Όλα το ‘λεγαν πως βράδιασε.
Το κατσικάκι πήρε την παρέα του και φύγανε. Πάνε στο κονάκι τους. Μπρος πάει το γίδι με το κουδουνάκι του και ξοπίσω τ’ αρνάκι, σαν να το σέρνει απ’ το ακοινί. Κοντοστάθηκαν λίγο, για να δουν αν θα πήγαινα μαζί τους κι ύστερα ξαναπήρανε πάλι τη στράτα.
Νύχτωνε. Ώρα για ύπνο, Τσερκόβιανη.
Πάμε κι εμείς, Κριφ;
Νύχτωσε. Ώρα για ύπνο, Παπαντή.
Το μεταλλίκι κουρνιάζει λουφαγμένο στην τσέπη μου. Το δαχτυλιδάκι με το βγαλμένο μάτι απόμεινε μαζί με τις πετρίτσες εκεί πάνου στ’ αλώνι.
Τα πλατάνια με κοιτάνε.
-Πού πάει;
Η φωνή τους κρέμεται μουσκεμένη απ’ τα φύλλα. («Δεν ξέρει, δεν ξέρει» λένε και κοιτάζονται).
-Πού πάει; ξαναρωτάνε.
Πουθενά. (Α… «πουθενά» λένε και σκουντιούνται).
-Τι είσαι; τι είσαι;
-Τ ί π ο τ α…
Ο αέρας κόλλησε απάνου στις πέτρες. Δε φυσάει ούτε ανάσα πουλιού.
Απάνω ακούγεται σιγανή πνοή.
Τα φύλλα αποκοιμήθηκαν.
-Τ ί π ο τ α…

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει




Δεν υπάρχουν σχόλια: