Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Το βασιλόπουλο και τ’ οψάρι

Ένας βασιλιάς αρρώστησε και έστειλε το παιδί του στο γιατρό. Και επήγε το παιδί και δεν ηύρεν γιατρό. Ο βασιλέας ήκουσεν, στην θάλασσα μέσα είναι ένα οψάρι για να τον γιατρέψει. Έστειλεν το παιδί του να πιάσει τ’ οψάρι και να το φέρει. Επήγε το παιδί, έριξε το δίχτυ κι έπιασεν τ’ οψάρι. Είδεν ένα έμορφον οψάρι, και το άφηκεν. Το ήκουσεν ο βασιλέας και στεναχωρέθηκε και έδιωξε το παιδί του. Επήγε το βασιλόπουλο σ’ έναν κόσμο και πήρε ένα δούλο κι εκεί μένανε. Αγόραζαν φαγιά και έτρωγαν, και τ’ άλλα τ’ άφηνε στον δούλο να τα δώσει στους φτωχούς. Επήγε ο δούλος του τα επούλησεν, και το βασιλόπουλο έδιωξε τον δούλο εκείνον. Επήγε σ’ άλλον κόσμο κι εκεί επήρε έναν άλλο δούλο, κι εκείνος το ίδιο έκανε. Έδιωξε κι εκείνον.
Καθώς επάγαινε στη στράτα, στης θάλασσας την άκρα είδε έναν άνθρωπο φτωχό, και ο φτωχός είπεν: «Εμένα πάρε δούλο». Και το βασιλόπουλο τον επήρε δούλο.
Επήγαν, έκατσαν σ’ έναν οντά, και εστειλεν τον δούλο του ν’ αγοράσει ψωμί. Έφερε ψωμιά και έφαγαν. Τ’ άλλα, έστειλεν τον δούλο του να τα δώσει στους φτωχούς. Κι αυτός επήγε και τα έδωκεν στους φτωχούς. Τότε το παιδί του βασιλέα είπεν: «Αυτός είναι ο δικός μου ο δούλος».
Καθώς επάγαιναν στην στράτα, εβράδιασεν. Επήγαν σ’ ένα χάνι και στο χάνι μέσα ηύραν ένα κουτί φλωριά και τα πήραν. Εσκώθηκαν, επήγαν στον βασιλέα του τόπου, και τους έκαμε δούλους. Ο δούλος του βασιλέα είπεν στο βασιλέα πως ο σύντροφός του ήταν βασιλόπουλο.
Ο βασιλέας είχε ένα κορίτσι, και σ’ όποιον κι αν το έδινε, το παιδί επέθαινε. Σκέφθηκε να δώσει στο βασιλόπουλο το κορίτσι του, και το έδωκεν. Το βράδυ που θα ξαπλώνανε αντάμα, τους έβαλε σ’ έναν οντά και ο δούλος του παιδιού εμπήκε αντάμα τους. Καθώς έτρωγαν και έπιναν, βγήκε απ’ του κοριτσιού το στόμα ένας σκορπιός. Ο δούλος εχτύπησε, εσκότωσε τον σκορπιό. Καθώς έτρωγαν και έπιναν, βγήκε άλλος ένας. Εχτύπησε κι εκείνον και τον εσκότωσε. Ακριβώς εννέα σκορπιούς εσκότωσε. Και έπειτα σαράντα μέρες έκαμαν γάμο, κι απ’ ολίγα χρόνια ύστερα επήγαν πάλι στον κόσμο τους. Και καθώς επάγαιναν στης θάλασσας την άκρα, ο δούλος έγινε οψάρι και μπήκε μέσα στη θάλασσα. Ήταν εκείνο που έπιασε και άφησε.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ, Ελληνικά λαϊκά παραμύθια (βιβλίο πρώτο), εκδόσεις ποταμός.


Δεν υπάρχουν σχόλια: