Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

Συνήθεια (…ξανά)

-Ξαγρύπνησα
με τους εφιάλτες,
είπες.
-Ξημέρωσε.
Ας πάμε στους εφιάλτες
της μέρας,
είπα.

Ηρώ Δημοπούλου
………………………..

Καλή εβδομάδα

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Το μούλικο

Το μούλικο αυτό ήταν παιδί γνησιότατο και νομιμότατο πέμπτο ή έκτο στην τσούρμα που είχε γεννήσει η κυρά Γαρουφαλιά, συμβία του κυρ Δήμου του χασάπη. Το ‘λεγαν όμως έτσι για τη φύση του. Α, τι κακόπαιδο, τι στριμμένο, τι κλαψιάρικο, τι φωνακλούδικο! Σκλήθρα και ξακληριά, το διαβολόσπαρμα! Η γειτονιά, που κάθε λίγο την ξεσήκωνε είχε να κάνει.
Να χαθεί το μούλικο! Έφτυναν στον κόρφο τους οι καλοί άνθρωποι κάθε φορά που το ‘βλεπαν, τ’ άκουαν ή το θυμόνταν. Κι όταν περνούσε από κοντά τους τρέχοντας συνήθως και τσιρίζοντας ήταν αδύνατο να μη του δώσουν μια κατραπακιά. Μα όλοι μικροί και μεγάλοι. Κι εγώ ακόμα, που ποτέ μου δε χτύπησα παιδί, άμα μου τύχαινε στο δρόμο το μούλικο, του την έδινα.
[…]
Από τ’ αλύπητο ξύλο χάλασε τάχα και σκλήρυνε περισσότερο το μούλικο ή τ’ άξιζε απ’ την αρχή χαλασμένο κι ελεεινό καθώς γεννήθηκε, κι αυτό το κρατούσε κάπως στα όριά του με τον πόνο κα με το φόβο; Σπουδαίο ζήτημα! Κι οι γνώμες στη γειτονιά ήταν χωρισμένες.
Άλλοι έλεγαν:
-Ω! τι περιμένεις πια από ένα παιδί που το πάνε όλοι από κλότσο σε βρόντο; Λήσταρχος θα γίνει μεθαύριο! Φωτιά θα βάλει να μας κάψει!
-Ίσα ίσα, απαντούσαν άλλοι. Για να μη γίνει λήσταρχος, πρέπει να τρώει ξύλο. Αν τ’ αφήναμ’ έτσι θα μας έκαιγε από τώρα. Άσ’ το το βρομόπαιδο να πάθει και να μάθει. Αυτό μάλιστα για να μάθει καλά, πρέπει να πάθει καμιά μέρα κάτι φοβερό!
-Σαν τι;
-Δεν ξέρω, μα κάτι που ν’ αργήσει να το ξεχάσει…
Ε, λοιπόν, αυτό το φοβερό πάθημα που εύχονταν οι γειτόνοι για το καλό του μούλικου και της γειτονιάς, το κακόπαιδο το ‘παθε μια μέρα… απ’ το κεφάλι του. Κι αυτό θα διηγηθώ τώρα, αν κι έχω μεγάλες αμφιβολίες αν πραγματικώς του ‘γινε μάθημα για πάντα…
Όπως τους άλλους και τ’ άλλα όλα, έτσι και τον εαυτό του –το κορμί του δηλαδή με τα ρούχα του- το μούλικο δεν τ’ άφηνε ποτέ σε ησυχία. Το ανάγκαζε να περνά με το ζόρι, να γλιστρά από τα πιο στενά ανοίγματα, χωρίς να το νοιάζει αν θα σχιζόταν το ρούχο ή το πετσί του. Το ‘κανε να πηδά αφάνταστα ύψη αδιαφορώντας αν θα ‘σπαζε χέρι, πόδι ή κεφάλι. Το ‘χωνε, το συμμάζευε σε τρύπες, σε μυχούς, χωρίς να συλλογιέται με τι τρόπο ή σε τι κατάσταση θα το ξανάβγαζε από κει μέσα. Έτσι το ‘βλεπες πάντα κουρελιασμένο, καταλερωμένο, πότε ξυπόλητο, πότε μονοσάνδαλο πληγωμένο μωλωπισμένο, μελανιασμένο ματωμένο ελεεινό. Και πότε κούτσαινε, πότε είχε δεμένο το χέρι του, πότε παρουσιαζόταν μ’ ένα μεγαλοπρεπέστατο τσιρότο στο μέτωπο. Η δόλια η κυρα-Γαρουφαλιά δεν πρόφταινε να το ντύνει να το μπαλώνει, να το πλένει να το γιατρεύει. Επιτέλους έλεγε κι αυτή ένα «άι στο διάβολο!» και τ’ άφηνε. Τέτοιο παιδί! Να χαθεί και να χάνεται!
Στην ίδια γειτονιά μα στον άλλο δρόμο –εκεί που είχε και το χασάπικο ο κυρ Δήμος- ήταν μια εκκλησίτσα’ αυτή είχε προαύλιο. Κι η μάντρα του, προς το δρόμο είχε μια καγκελόπορτα και, δίπλα της, έν’ άνοιγμα σαν παράθυρο κι αυτό επίσης φραγμένο με τρία στερεά σιδερένια καγκελάκια. Μια μέρα σουρτουκεύοντας το μούλικο τρύπωσε στο προαύλιο της εκκλησούλας και πήγε κοντά σ’ εκείνο το παραθυράκι. Επειδή όμως δεν έφτανε να κοιτάξει έξω –ήθελε φαίνεται, να ιδεί πως θα φαινόταν ο δρόμος από ‘κείνα τα κάγκελα –τράβηξε μια κουτσή καρέκλα, ξεχασμένη στο προαύλιο, ανέβηκε απάνω, έφτασε έτσι ως τα κάγκελα, έπιασε τα δυο με τα δυο του χέρια κι άρχισε… ν’ απολαμβάνει το θέαμα του δρόμου. Φαίνεται όμως πως δεν το ‘βρισκε και πολύ αλλιώτικο και του ήρθε η ιδέα να διασκεδάσει καλύτερα με λίγη γυμναστική. Να μπαινοβγάζει το κεφάλι του απ’ τα δυο εκείνα κάγκελα. Τι ωραίο που θα ‘ταν! Και πως θα θαύμαζαν όσοι θα το ‘βλεπαν από το δρόμο! Να παιχνίδι μια φορά!
Και δοκίμασε. Αλλά η κεφάλα δε χωρούσε ανάμεσ’ από τα κάγκελα… Μπα! αυτηνής θα της περνούσε τώρα; Και το μούλικο, από δω την έχει από κει την έχει την περνά με το ζόρι.
-Α μπράβο! Καλά πάμε! Ύστερα έκαμε να την ξαναπεράσει για να ξαναρχίσει. Αλλά η κεφάλα δεν ξεπερνούσε… Μωρή καλή, μωρή κακή, τίποτα… Με το ζόρι; με το καλό; τίποτα! Η κεφάλα ήθελε και καλά να μείνει εκεί προβαλμένη, ξεπεταμένη, με το λαιμό σφηνωμένο σχεδόν ανάμεσα στα δυο κάγκελα. Εύκολα-δύσκολα πέρασε μα δεν ήταν τρόπος να ξεπεράσει.
-Ω, διάβολε! μ’ αυτό δεν ήταν καθόλου διασκεδαστικό! Απεναντίας ήταν ενοχλητικότατο. Και το μούλικο, ανεβασμένο πάντα στην καρέκλα με το κεφάλι έξω απ’ τα κάγκελα, αφού αγωνίστηκε μονάχο του κάμποση ώρα έβαλε τις φωνές:
-Εεεεε! Βοήθεια! Δεν μπορώ να βγάλω το κεφάλι μου! Μάνα! Πατέρα! Ελάτε να μου βγάλετε από δω το κεφάλι μου! Εεεεεε!
Απερίγραπτο το τι ακολούθησε! Όλη η γειτονιά μαζεύτηκε κει μπροστά στην εκκλησούλα. Κι ενώ ο κυρ Δήμος ο χασάπης, που έτρεξε απ’ τους πρώτους, πολεμούσε του κάκου με τον Κυριάκο το μανάβη να ελευθερώσει απ’ τα κάγκελα το πιασμένο παιδί, οι άλλοι, μικροί και μεγάλοι, το ‘σκαζαν, το πεισμάτωναν, του φώναζαν:
-Αααα! καλά να πάθεις! Αυτό σου άξιζε!
Τι αγαλλίαση που αισθανόταν η γειτονιά με την κωμικοτραγική αγωνία του μούλικου! Ποντίκι στη φάκα να ‘βλεπε, δε θα χαιρότανε έτσι.
Αυτό τσίριζε, ξεφώνιζε, χαλούσε τον κόσμο. Και κάθε τόσο έπαυε το κλάμα για να ρωτά:
-Και τώρα πως θα βγει; Πως θα γλιτώσω!
-Να κόψετε ένα κάγκελο! είπε κάποιος.
-Να γκρεμίσετε λίγο το τοιχάκι, είπε άλλος.
-Καλέ ποιο! φώναξε ο Μανώλης το κοπέλι του μανάβη. Να του λιμάρετε αυτουνού το κεφάλι!
-Όχι, όχι, φώναξε ο μικρός φαναρτζής. Καλύτερα να του το κόψετε απ’ το λαιμό. Αμέσως θα βγει!
Αλήθεια! Θα του λιμάριζαν το κεφάλι; Θα του το ‘κοβαν απ’ το λαιμό;
Και το μούλικο, που τα πίστευε όλα –ε, πέντε χρονών μουρέλι ήταν- άρχισε να ξεφωνίζει:
-Όχι! όχι! δε θέλω! Να λιμάρετε τα κάγκελα! Να ρίξετε τον τοίχο! χιιιιι!
[…]
…Και δώσ’ του να κλαίει, να ξεφωνίζει, πότε χλομό και πότε κατακόκκινο, και να σπαρταρά όσο μπορούσε. Γιατί δεν μπορούσε και πολύ, καθώς πατούσε στην καρέκλα με το κεφάλι στα κάγκελα όπως στην καρμανιόλα ή στην μπερλίνα του παλιού καιρού. Κι ήταν τόσο αστείο το κακόμοιρο σ’ εκείνη τη θέση, τόσο οικτρό! Μα την αλήθεια! τα πλήρωσε όλα…
Επιτέλους είδαν κι απόειδαν και φώναξαν το γιατρό… Ο γιατρός της γειτονιάς φώναξε τότε έναν άλλον, που ήταν «ειδικός». Κι αυτός πιάνοντας το μούλικο απ’ τους ώμους το πρόσταξε:
-Χαμήλωσε το κεφάλι σου όσο μπορείς!
Ωχ δυστυχία του! Θα του έκοβε τώρα το κεφάλι ο γιατρός ή θα του το ‘γδερνε;
Γέλια ο κόσμος απέξω όσο έβλεπε το περίτρομο μούτρο του μούλικου!
-Σκύψε, ρε! δε θα σου κάνει τίποτα! Βλάκα!
Το μούλικο έσκυψε.
-Ακόμα! ακόμα! Τώρα δεξιά!
Έκαμε δεξιά.
-Τώρα αριστερά.
Έκαμε αριστερά.
-Προς τ’ απάνω!
Το πλήθος δε μιλούσε πια, δε γελούσε. Με περιέργεια παρακολουθούσε αυτά τα κινήματα που τα πρόσταζε και τα υποβοηθούσε με τα χέρια του ο γιατρός.
Κι ω του θαύματος!
Ύστερ’ από καμιά δεκαριά τέτοια –δεξιά, αριστερά, απάνω, κάτω- η κεφάλα του μούλικου βρέθηκε ξεπερασμένη απ’ τα κάγκελα στα χέρια του γιατρού!
-Αααα! αλάλαξε το πλήθος.
-Πατ! μια κατραπακιά ο γιατρός στην κεφάλα του μούλικου.
Το πλήθος έβαλε τα γέλια.
Μα με την κατραπακιά το μούλικο, τινάχτηκε, έσεισε την κεφάλα του, πήδησε απ’ την καρέκλα, έσπρωξε όσους ήταν κοντά του τους ξέφυγε και χύθηκε στο δρόμο.
Τόση ήταν η φόρα του ώστε το πλήθος παραμέρισε. Και το μούλικο εξακολούθησε να τρέχει, να φεύγει αλαλάζοντας κιόλα μ’ ένα τέτοιο ξεφωνητό χαράς, που ποτέ δεν το ξανάκουσε η γειτονιά, τόσο δυνατό και τόσο παρατεταμένο.
Σε λίγο το ‘χασαν απ’ τα μάτια τους. Μα κι από πέρα άκουγαν ακόμα το ξεφωνητό του:
-Ααααααα!
Το μούλικο ξεθύμαινε.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το μούλικο, εκδόσεις Αδελφοί Βλάσση




Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Ποιος ορίζει τη θέση των ανθρώπων;

Την άλλη ώρα είχαν ωδική. Ω δ ι κ ή ήταν μια ρίγα, που κουνούσε πέρα δώθε στα χέρια της η καθηγήτρια. Ναι, αλλά σήμερα η κυρία Ραούλ, αντί να κάνει την καθηγήτρια, έκανε την ταξιθέτρια. Μόλις μπήκε, η πρώτη της δουλειά ήταν να πάει στο πρώτο θρανίο και να τους πει να κάνουν μια θέση. Κατόπι ανέβηκε στην έδρα, κοίταξε κατά τα πίσω θρανία και φώναξε τ’ όνομα του φίλου του.
-Σταμίρης! του λέει. Πάρε τη σάκα σου και πέρασε έξω.
Το παιδί δεν κατάλαβε. Πήρε τα βιβλία του και σηκώθηκε.
Η καθηγήτρια, τότε, το πήρε απ’ το χέρι και το τοποθέτησε στη θέση που άδειασε.
-Από σήμερα, του λέει… η θέση σου θα είναι αυτή.
-Γιατί, κυρία; της λέει… παραπονεμένος ο Σταμίρης. Εκεί ήταν η θέση μου.
-Σιωπή. Δεν ξέρεις εσύ, ποια είναι η θέση σου. Εις το εξής θα κάθεσαι μ’ αυτά τα παιδιά. Κι αυτά θα είναι και οι φίλοι σου.
-Όχι. Εγώ έχω φίλο τον Καδρά.
-Είπα, σιωπή! Ο Καδράς να κάνει φίλους τους ομοίους του. Απαιτώ υπακοήν! Εξάλλου, μου το ζήτησαν οι γονείς σου…
Ο Σταμίρης στάθηκε λίγο και την κοίταξε σα χαμένος. Ύστερα σταύρωσε στο θρανίο τα χέρια του, έχωσε μέσα το πρόσωπό του κι άρχισε να κλαίει σιωπηλά κι απαρηγόρητα.
Έκλαιγε σα μικρός υπήκοος, που του εκθρονίσανε το είδωλό του. Τώρα το σκολειό θα του φαινότανε σαν ένα άδειο σπίτι.
Ο Μέλιος απ’ τη θέση του έμεινε στην αρχή άφωνος. Ύστερα, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει… Κάποιοι άνθρωποι, που δεν ήξερε ποιοι, ούτε για ποιο λόγο, σκάβανε ανάμεσα απ’ τους ανθρώπους χαντάκια, σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε; Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ’ αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θ έ σ η του, που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα, ποιος ήταν αυτός που μοίραζε τις θέσεις;… Μήπως ο θεός; Μα οι μεγάλοι, εξόν απ’ τ’ άλλα κακά που κάνανε, κάνανε και τούτο: Φκιάξανε το θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε θεός για παιδιά.
Του ‘ρθε να ξεφωνίσει. Να ξεφωνίσει την αδικία. Ύστερα έσφιξε τα χέρια του. Και τότε, για πρώτη φορά, ανακάλυψε ότι η μόνη δύναμη, που μπορούσε να στηρίζεται, ήταν μες στα χέρια του. Ήταν ο ε α υ τ ό ς του. Ο μικρός φτωχός εαυτός του. Κανένας άλλος.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Ένα παιδί μετράει τ' άστρα


Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Στιγμή και υδάτινη μεμβράνη

στιγμή

Πάλι φυσάει δυνατά σήμερα. Όποτε τυχαίνει ν’ αποφασίσω να σου γράψω, ο αέρας μου φαίνεται ότι είναι πάντα θυμωμένος. Πάλι καλά όμως που πήρα την απόφαση αυτή. Λίγο ν’ αργούσα ακόμα ποιος ξέρει πότε θα ερχότανε η κατάλληλη πάλι στιγμή. Γιατί η μια στιγμή, η κατάλληλη, όταν έρχεται σπανίως μόνη της, όσο μόνη θέλει ο καθένας για να της μιλήσει. Έπειτα έρχεται η επόμενη, αλλά μπορεί και μετά από έναν αιώνα.
Μιλάμε σε μια στιγμή, σημαίνει ότι μιλάμε όχι όσο μπορούμε πιο γρήγορα, αλλά όσο μπορούμε πιο άνετα στο μόνο πλάσμα που βιάζεται τόσο πολύ.
Επειδή αυτό είναι και θέμα αγωγής, εύκολο είναι να το διαπιστώσει κανείς στους ανθρώπους, απ’ τον τρόπο, φέρ’ ειπείν, που σηκώνουν το χέρι τους με το φλιτζάνι τον καφέ. Ο βαρύς ρυθμός εξαιτίας μια αυτοσυγκέντρωσης στην κίνηση είναι ανώτερος εμφανώς απ’ τον ευέλικτο που υπονοεί απλώς μιαν άσκηση στη συνήθεια.
Ο πρώτος φέρει έντονα τα σημάδια μιας παιδείας που τον έχει μάθει να σέβεται το άγνωστο. Ο δεύτερος αγνοεί την πιο βασική προϋπόθεση της ζωής. Οτιδήποτε «επαναλαμβάνεται» δεν είναι ποτέ το ίδιο. Αυτή η άγνοια ισοδυναμεί με το να κατατάσσουμε μια ευρεία περιοχή κινήσεων σε αυθαίρετες κατηγορίες. Η κατηγορία π.χ. «πίνω τον καφέ μου» ή «φοράω το παντελόνι μου».
Κάθε κίνηση θα παραδεχόταν ο πρώτος, τείνει να ολοκληρωθεί μέσα σ’ έναν απεριόριστο χρόνο. Όσο διαρκεί, το ενδεχόμενο επιτέλεσής της μοιάζει αχνό. Ο δεύτερος, πριν αρχίσει η κίνηση να διαγράφεται ως πρόθεση στο χέρι, είναι ήδη βέβαιος για τη συνέχεια, τόσο πολύ που μπορεί να κάνει πολλές μαζί.
Ο δεύτερος είναι πιο παραγωγικός, ο πρώτος ζει πιο πολύ.
Ο δεύτερος βιάζεται να συναντήσει το μέλλον, ο πρώτος ζει όσο γίνεται στο παρόν. Έτσι ανάλογα με την παραγωγικότητα των κινήσεων «προχωράμε» ή μένουμε «στάσιμοι».
Ένα πρόχειρο συμπέρασμα θα έλεγε: έρχεται πιο γρήγορα ή πιο αργά ο θάνατος, ανάλογα με το πόσο βιάζεται ο καθένας να τον συναντήσει.


υδάτινη μεμβράνη

Πλαστικές σακούλες κι άλλα σκουπίδια επέπλεαν σήμερα στην επιφάνεια του νερού. Τα λίκνιζε το κυματάκι που έσπαγε στη μικρή προβλήτα.
Κι όπως η διάφανη μεμβράνη της θάλασσας τα κρατούσε χωρίς προσπάθεια χορεύοντας, ο υδάτινος όγκος του βυθού που άνοιγε από κάτω έμοιαζε ανώφελος. Ανύπαρκτος, από το λευκό φως του απογεύματος που τον διαπερνούσε στα ρηχά ολόκληρο, ήταν ίδιο το κενό, κάπως πιο συμπυκνωμένο και πλαδαρό.
Έτσι μοιάζουν περίπου και τα ποιήματα. Ένας αφανής, ανυπόφορος κόπος πάντα τα καθοδηγεί και τα στηρίζει να λάμψουν στο δέρμα της μέρας. Ογκώδης όσο απαιτείται για να μη βουλιάξουν.

Από τα Εφτά μικρά πεζά του Σπύρου Γεωργίου (περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 48, Ιούνιος 2010).




Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

78.

Μια γριά μέγαιρα της γειτονιάς μου, μου απένειμε κάποτε τας ανελπίστους τιμάς του κατσικοκλέφτη.
-Η κατσίκα μου, κύριε, μπήκε στο περιβόλι σας. Να μ’ αφήσετε να ‘ρθω μέσα να ψάξω.
-Να ‘ρθεις, κυρά μου… της είπα.
Η κατσίκα δεν ανευρέθη.
-Δεν γίνεται! επέμεινεν η γριά μέγαιρα. Η κατσίκα εδώ μπήκε! Θα την έχετε κλεισμένη μέσα στο υπόγειο…
Ομολογώ, ότι, πρώτην φοράν εις την ζωήν μου, ένιωσα την ανάγκην, να δοκιμάσω στην ηδονήν του αγρίου δαρμού θήλεος, ηδονήν, η οποία ομολογείτε απαραμίλλος από όσους την εγεύθησαν. Εκράτησα όμως την όρεξή μου δια καλύτερα ψαχνά. Ορίστε, κυρά μου, να ψάξεις και στο υπόγειο, της είπα αγγελικότατα. Και την οδήγησα εις το υπόγειον. Άνοιξα την θύραν, της έκαμα τας τιμάς να περάσει πρώτη και κατόπιν εκλείδωσα την θύραν από πίσω της.
Η γριά μέγαιρα άρχισε να ορύεται.
-Ποιος σου φταίει; της εφώναξα απόξω. Αφού ξέρεις πως εδώ κλέβουμε κατσίκες και τις κρύβουμε στο υπόγειο, τι ήθελες και ήρθες; Ή μήπως νόμισες, πως μόνο τις νέες κατσίκες κλέβουμε; Και οι γριές κατσίκες δε μας βλάφτουν. Κάτσε τώρα εκεί που κάθεσαι!
Και την άφηκα εις το υπόγειον, έως ότου η φωνή της άρχισε να μοιάζει με βέλασμα.
Το συμπέρασμα είναι, ότι, αποκτών κανείς, καλά ή καλά, ένα τίτλον –έστω και του κατσικοκλέφτη-πρέπει να γνωρίζει να τον τιμά και να τον δικαιολογεί. Δεν έκαμα τίποτε περισσότερον. Επομένως τα συγχαρητήρια είναι περιττά.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ, Λόγοι και αντίλογοι

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Η κουκουβάγια κι η πέρδικα

Μια μέρα συνάχτηκαν όλα τα πουλιά και συμφώνησαν να βάλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να μάθουν γράμματα. Ήβραν και δάσκαλο και τον διόρισαν. Άνοιξε το σχολείο κι επήραν τα παιδιά τους και τα έγραψαν.
Ύστερα από λίγες μέρες, μερικά παιδιά πήγαν στο σχολείο και δεν ήξεραν το μάθημά τους. Ο δάσκαλος τα άφησε νηστικά το μεσημέρι.
Μέσα στα παιδιά που έμειναν τιμωρία ήταν και το παιδί της κουκουβάγιας.
Η κουκουβάγια, άμα είδε πως εσχόλασαν τα παιδιά το μεσημέρι και το μωρό της δεν εσχόλασε, επήρε λίγο ψωμί κι επήγε στο σχολείο να του το δώσει.
Καθώς επήγαινε, την έφτασεν η πέρδικα. Έμεινε κι εκείνης το μωρό της νηστεία, κι επήγαινε να του δώσει λίγο ψωμί. Λέγει η πέρδικα της κουκουβάγιας:
-Να χαρείς τα μάτια σου, γείτονα’ έχω πολλή δουλειά και σε παρακαλώ να πάρεις και του μωρού μου το φαί του.
-Το παίρνω, γειτόνισσα, λέγει η κουκουβάγια, αλλά δεν ξέρω το μωρό σου ποιο είναι.
-Ω, λέγει η πέρδικα, όσο γι’ αυτό είναι πολύ εύκολο να το βρεις. Το μωρό μου είναι το πιο όμορφο μωρό του σχολείου!
Η κουκουβάγια πήγε στο σχολείο. Παρακάλεσε το δάσκαλο, κι αυτός εδέχτηκε να δώσει το ψωμί του μωρού της. Ύστερα είπε του δασκάλου να την αφήσει να δει όλα τα παιδιά. Εκοίταξε καλά καλά, δεν ήβρε το μωρό της πέρδικας. Εγύρισε πίσω, επήγε και ήβρε την πέρδικα και της έδωσε το ψωμί και της λέει:
-Τι να σου κάμω! Εκοίταζα μιάν ώρα και δεν το ήβρα το μωρό σου, γιατί μες στο σχολείο δεν ήταν ομορφότερο μωρό από το δικό μου!

(Λαϊκό παραμύθι)


Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Δύο για το Ποίημα

1.
το καρφί

να καρφώσω θέλω γερά
τούτη τη μέρα κάθε μα
κάθε μέρα θέλω εδώ γερά να
καρφώσω ώστε να μη μου ξεφύγει
άλλο πια ώστε ούτε μια να
μη μου ξεφύγει άλλο πια ούτε μια
όπως τόσες και τόσες πρωτύτερα
που δεν τις είχα καρφώσει γερά
μ’ ένα ποίημα
Έρνστ Γιάντλ

2.
Μέσα στις γραμμές

Ι.
Υπάρχουν πολλά ωραία πράγματα
πρόσφορα για να μπουν σ’ ένα ποίημα,
που όμως δεν έχουν
διόλου ανάγκη ένα ποίημα,
αφού είναι ήδη ωραία.
ΙΙ.
Ωστόσο, ήθελα να τα πω όλα αυτά,
ως και της κερασιάς τ’ άσπρα λουλούδια.
ΙΙΙ.
Γιατί στο τέλος, μέσα στις γραμμές,
κάτι απομένει.
Κούρτ Ντράβερτ

(Από το περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 48, Ιούνιος 2010, σε μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη)


Καλή εβδομάδα, καλό μήνα :)