Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Στιγμή και υδάτινη μεμβράνη

στιγμή

Πάλι φυσάει δυνατά σήμερα. Όποτε τυχαίνει ν’ αποφασίσω να σου γράψω, ο αέρας μου φαίνεται ότι είναι πάντα θυμωμένος. Πάλι καλά όμως που πήρα την απόφαση αυτή. Λίγο ν’ αργούσα ακόμα ποιος ξέρει πότε θα ερχότανε η κατάλληλη πάλι στιγμή. Γιατί η μια στιγμή, η κατάλληλη, όταν έρχεται σπανίως μόνη της, όσο μόνη θέλει ο καθένας για να της μιλήσει. Έπειτα έρχεται η επόμενη, αλλά μπορεί και μετά από έναν αιώνα.
Μιλάμε σε μια στιγμή, σημαίνει ότι μιλάμε όχι όσο μπορούμε πιο γρήγορα, αλλά όσο μπορούμε πιο άνετα στο μόνο πλάσμα που βιάζεται τόσο πολύ.
Επειδή αυτό είναι και θέμα αγωγής, εύκολο είναι να το διαπιστώσει κανείς στους ανθρώπους, απ’ τον τρόπο, φέρ’ ειπείν, που σηκώνουν το χέρι τους με το φλιτζάνι τον καφέ. Ο βαρύς ρυθμός εξαιτίας μια αυτοσυγκέντρωσης στην κίνηση είναι ανώτερος εμφανώς απ’ τον ευέλικτο που υπονοεί απλώς μιαν άσκηση στη συνήθεια.
Ο πρώτος φέρει έντονα τα σημάδια μιας παιδείας που τον έχει μάθει να σέβεται το άγνωστο. Ο δεύτερος αγνοεί την πιο βασική προϋπόθεση της ζωής. Οτιδήποτε «επαναλαμβάνεται» δεν είναι ποτέ το ίδιο. Αυτή η άγνοια ισοδυναμεί με το να κατατάσσουμε μια ευρεία περιοχή κινήσεων σε αυθαίρετες κατηγορίες. Η κατηγορία π.χ. «πίνω τον καφέ μου» ή «φοράω το παντελόνι μου».
Κάθε κίνηση θα παραδεχόταν ο πρώτος, τείνει να ολοκληρωθεί μέσα σ’ έναν απεριόριστο χρόνο. Όσο διαρκεί, το ενδεχόμενο επιτέλεσής της μοιάζει αχνό. Ο δεύτερος, πριν αρχίσει η κίνηση να διαγράφεται ως πρόθεση στο χέρι, είναι ήδη βέβαιος για τη συνέχεια, τόσο πολύ που μπορεί να κάνει πολλές μαζί.
Ο δεύτερος είναι πιο παραγωγικός, ο πρώτος ζει πιο πολύ.
Ο δεύτερος βιάζεται να συναντήσει το μέλλον, ο πρώτος ζει όσο γίνεται στο παρόν. Έτσι ανάλογα με την παραγωγικότητα των κινήσεων «προχωράμε» ή μένουμε «στάσιμοι».
Ένα πρόχειρο συμπέρασμα θα έλεγε: έρχεται πιο γρήγορα ή πιο αργά ο θάνατος, ανάλογα με το πόσο βιάζεται ο καθένας να τον συναντήσει.


υδάτινη μεμβράνη

Πλαστικές σακούλες κι άλλα σκουπίδια επέπλεαν σήμερα στην επιφάνεια του νερού. Τα λίκνιζε το κυματάκι που έσπαγε στη μικρή προβλήτα.
Κι όπως η διάφανη μεμβράνη της θάλασσας τα κρατούσε χωρίς προσπάθεια χορεύοντας, ο υδάτινος όγκος του βυθού που άνοιγε από κάτω έμοιαζε ανώφελος. Ανύπαρκτος, από το λευκό φως του απογεύματος που τον διαπερνούσε στα ρηχά ολόκληρο, ήταν ίδιο το κενό, κάπως πιο συμπυκνωμένο και πλαδαρό.
Έτσι μοιάζουν περίπου και τα ποιήματα. Ένας αφανής, ανυπόφορος κόπος πάντα τα καθοδηγεί και τα στηρίζει να λάμψουν στο δέρμα της μέρας. Ογκώδης όσο απαιτείται για να μη βουλιάξουν.

Από τα Εφτά μικρά πεζά του Σπύρου Γεωργίου (περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 48, Ιούνιος 2010).




Δεν υπάρχουν σχόλια: