Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Το μούλικο

Το μούλικο αυτό ήταν παιδί γνησιότατο και νομιμότατο πέμπτο ή έκτο στην τσούρμα που είχε γεννήσει η κυρά Γαρουφαλιά, συμβία του κυρ Δήμου του χασάπη. Το ‘λεγαν όμως έτσι για τη φύση του. Α, τι κακόπαιδο, τι στριμμένο, τι κλαψιάρικο, τι φωνακλούδικο! Σκλήθρα και ξακληριά, το διαβολόσπαρμα! Η γειτονιά, που κάθε λίγο την ξεσήκωνε είχε να κάνει.
Να χαθεί το μούλικο! Έφτυναν στον κόρφο τους οι καλοί άνθρωποι κάθε φορά που το ‘βλεπαν, τ’ άκουαν ή το θυμόνταν. Κι όταν περνούσε από κοντά τους τρέχοντας συνήθως και τσιρίζοντας ήταν αδύνατο να μη του δώσουν μια κατραπακιά. Μα όλοι μικροί και μεγάλοι. Κι εγώ ακόμα, που ποτέ μου δε χτύπησα παιδί, άμα μου τύχαινε στο δρόμο το μούλικο, του την έδινα.
[…]
Από τ’ αλύπητο ξύλο χάλασε τάχα και σκλήρυνε περισσότερο το μούλικο ή τ’ άξιζε απ’ την αρχή χαλασμένο κι ελεεινό καθώς γεννήθηκε, κι αυτό το κρατούσε κάπως στα όριά του με τον πόνο κα με το φόβο; Σπουδαίο ζήτημα! Κι οι γνώμες στη γειτονιά ήταν χωρισμένες.
Άλλοι έλεγαν:
-Ω! τι περιμένεις πια από ένα παιδί που το πάνε όλοι από κλότσο σε βρόντο; Λήσταρχος θα γίνει μεθαύριο! Φωτιά θα βάλει να μας κάψει!
-Ίσα ίσα, απαντούσαν άλλοι. Για να μη γίνει λήσταρχος, πρέπει να τρώει ξύλο. Αν τ’ αφήναμ’ έτσι θα μας έκαιγε από τώρα. Άσ’ το το βρομόπαιδο να πάθει και να μάθει. Αυτό μάλιστα για να μάθει καλά, πρέπει να πάθει καμιά μέρα κάτι φοβερό!
-Σαν τι;
-Δεν ξέρω, μα κάτι που ν’ αργήσει να το ξεχάσει…
Ε, λοιπόν, αυτό το φοβερό πάθημα που εύχονταν οι γειτόνοι για το καλό του μούλικου και της γειτονιάς, το κακόπαιδο το ‘παθε μια μέρα… απ’ το κεφάλι του. Κι αυτό θα διηγηθώ τώρα, αν κι έχω μεγάλες αμφιβολίες αν πραγματικώς του ‘γινε μάθημα για πάντα…
Όπως τους άλλους και τ’ άλλα όλα, έτσι και τον εαυτό του –το κορμί του δηλαδή με τα ρούχα του- το μούλικο δεν τ’ άφηνε ποτέ σε ησυχία. Το ανάγκαζε να περνά με το ζόρι, να γλιστρά από τα πιο στενά ανοίγματα, χωρίς να το νοιάζει αν θα σχιζόταν το ρούχο ή το πετσί του. Το ‘κανε να πηδά αφάνταστα ύψη αδιαφορώντας αν θα ‘σπαζε χέρι, πόδι ή κεφάλι. Το ‘χωνε, το συμμάζευε σε τρύπες, σε μυχούς, χωρίς να συλλογιέται με τι τρόπο ή σε τι κατάσταση θα το ξανάβγαζε από κει μέσα. Έτσι το ‘βλεπες πάντα κουρελιασμένο, καταλερωμένο, πότε ξυπόλητο, πότε μονοσάνδαλο πληγωμένο μωλωπισμένο, μελανιασμένο ματωμένο ελεεινό. Και πότε κούτσαινε, πότε είχε δεμένο το χέρι του, πότε παρουσιαζόταν μ’ ένα μεγαλοπρεπέστατο τσιρότο στο μέτωπο. Η δόλια η κυρα-Γαρουφαλιά δεν πρόφταινε να το ντύνει να το μπαλώνει, να το πλένει να το γιατρεύει. Επιτέλους έλεγε κι αυτή ένα «άι στο διάβολο!» και τ’ άφηνε. Τέτοιο παιδί! Να χαθεί και να χάνεται!
Στην ίδια γειτονιά μα στον άλλο δρόμο –εκεί που είχε και το χασάπικο ο κυρ Δήμος- ήταν μια εκκλησίτσα’ αυτή είχε προαύλιο. Κι η μάντρα του, προς το δρόμο είχε μια καγκελόπορτα και, δίπλα της, έν’ άνοιγμα σαν παράθυρο κι αυτό επίσης φραγμένο με τρία στερεά σιδερένια καγκελάκια. Μια μέρα σουρτουκεύοντας το μούλικο τρύπωσε στο προαύλιο της εκκλησούλας και πήγε κοντά σ’ εκείνο το παραθυράκι. Επειδή όμως δεν έφτανε να κοιτάξει έξω –ήθελε φαίνεται, να ιδεί πως θα φαινόταν ο δρόμος από ‘κείνα τα κάγκελα –τράβηξε μια κουτσή καρέκλα, ξεχασμένη στο προαύλιο, ανέβηκε απάνω, έφτασε έτσι ως τα κάγκελα, έπιασε τα δυο με τα δυο του χέρια κι άρχισε… ν’ απολαμβάνει το θέαμα του δρόμου. Φαίνεται όμως πως δεν το ‘βρισκε και πολύ αλλιώτικο και του ήρθε η ιδέα να διασκεδάσει καλύτερα με λίγη γυμναστική. Να μπαινοβγάζει το κεφάλι του απ’ τα δυο εκείνα κάγκελα. Τι ωραίο που θα ‘ταν! Και πως θα θαύμαζαν όσοι θα το ‘βλεπαν από το δρόμο! Να παιχνίδι μια φορά!
Και δοκίμασε. Αλλά η κεφάλα δε χωρούσε ανάμεσ’ από τα κάγκελα… Μπα! αυτηνής θα της περνούσε τώρα; Και το μούλικο, από δω την έχει από κει την έχει την περνά με το ζόρι.
-Α μπράβο! Καλά πάμε! Ύστερα έκαμε να την ξαναπεράσει για να ξαναρχίσει. Αλλά η κεφάλα δεν ξεπερνούσε… Μωρή καλή, μωρή κακή, τίποτα… Με το ζόρι; με το καλό; τίποτα! Η κεφάλα ήθελε και καλά να μείνει εκεί προβαλμένη, ξεπεταμένη, με το λαιμό σφηνωμένο σχεδόν ανάμεσα στα δυο κάγκελα. Εύκολα-δύσκολα πέρασε μα δεν ήταν τρόπος να ξεπεράσει.
-Ω, διάβολε! μ’ αυτό δεν ήταν καθόλου διασκεδαστικό! Απεναντίας ήταν ενοχλητικότατο. Και το μούλικο, ανεβασμένο πάντα στην καρέκλα με το κεφάλι έξω απ’ τα κάγκελα, αφού αγωνίστηκε μονάχο του κάμποση ώρα έβαλε τις φωνές:
-Εεεεε! Βοήθεια! Δεν μπορώ να βγάλω το κεφάλι μου! Μάνα! Πατέρα! Ελάτε να μου βγάλετε από δω το κεφάλι μου! Εεεεεε!
Απερίγραπτο το τι ακολούθησε! Όλη η γειτονιά μαζεύτηκε κει μπροστά στην εκκλησούλα. Κι ενώ ο κυρ Δήμος ο χασάπης, που έτρεξε απ’ τους πρώτους, πολεμούσε του κάκου με τον Κυριάκο το μανάβη να ελευθερώσει απ’ τα κάγκελα το πιασμένο παιδί, οι άλλοι, μικροί και μεγάλοι, το ‘σκαζαν, το πεισμάτωναν, του φώναζαν:
-Αααα! καλά να πάθεις! Αυτό σου άξιζε!
Τι αγαλλίαση που αισθανόταν η γειτονιά με την κωμικοτραγική αγωνία του μούλικου! Ποντίκι στη φάκα να ‘βλεπε, δε θα χαιρότανε έτσι.
Αυτό τσίριζε, ξεφώνιζε, χαλούσε τον κόσμο. Και κάθε τόσο έπαυε το κλάμα για να ρωτά:
-Και τώρα πως θα βγει; Πως θα γλιτώσω!
-Να κόψετε ένα κάγκελο! είπε κάποιος.
-Να γκρεμίσετε λίγο το τοιχάκι, είπε άλλος.
-Καλέ ποιο! φώναξε ο Μανώλης το κοπέλι του μανάβη. Να του λιμάρετε αυτουνού το κεφάλι!
-Όχι, όχι, φώναξε ο μικρός φαναρτζής. Καλύτερα να του το κόψετε απ’ το λαιμό. Αμέσως θα βγει!
Αλήθεια! Θα του λιμάριζαν το κεφάλι; Θα του το ‘κοβαν απ’ το λαιμό;
Και το μούλικο, που τα πίστευε όλα –ε, πέντε χρονών μουρέλι ήταν- άρχισε να ξεφωνίζει:
-Όχι! όχι! δε θέλω! Να λιμάρετε τα κάγκελα! Να ρίξετε τον τοίχο! χιιιιι!
[…]
…Και δώσ’ του να κλαίει, να ξεφωνίζει, πότε χλομό και πότε κατακόκκινο, και να σπαρταρά όσο μπορούσε. Γιατί δεν μπορούσε και πολύ, καθώς πατούσε στην καρέκλα με το κεφάλι στα κάγκελα όπως στην καρμανιόλα ή στην μπερλίνα του παλιού καιρού. Κι ήταν τόσο αστείο το κακόμοιρο σ’ εκείνη τη θέση, τόσο οικτρό! Μα την αλήθεια! τα πλήρωσε όλα…
Επιτέλους είδαν κι απόειδαν και φώναξαν το γιατρό… Ο γιατρός της γειτονιάς φώναξε τότε έναν άλλον, που ήταν «ειδικός». Κι αυτός πιάνοντας το μούλικο απ’ τους ώμους το πρόσταξε:
-Χαμήλωσε το κεφάλι σου όσο μπορείς!
Ωχ δυστυχία του! Θα του έκοβε τώρα το κεφάλι ο γιατρός ή θα του το ‘γδερνε;
Γέλια ο κόσμος απέξω όσο έβλεπε το περίτρομο μούτρο του μούλικου!
-Σκύψε, ρε! δε θα σου κάνει τίποτα! Βλάκα!
Το μούλικο έσκυψε.
-Ακόμα! ακόμα! Τώρα δεξιά!
Έκαμε δεξιά.
-Τώρα αριστερά.
Έκαμε αριστερά.
-Προς τ’ απάνω!
Το πλήθος δε μιλούσε πια, δε γελούσε. Με περιέργεια παρακολουθούσε αυτά τα κινήματα που τα πρόσταζε και τα υποβοηθούσε με τα χέρια του ο γιατρός.
Κι ω του θαύματος!
Ύστερ’ από καμιά δεκαριά τέτοια –δεξιά, αριστερά, απάνω, κάτω- η κεφάλα του μούλικου βρέθηκε ξεπερασμένη απ’ τα κάγκελα στα χέρια του γιατρού!
-Αααα! αλάλαξε το πλήθος.
-Πατ! μια κατραπακιά ο γιατρός στην κεφάλα του μούλικου.
Το πλήθος έβαλε τα γέλια.
Μα με την κατραπακιά το μούλικο, τινάχτηκε, έσεισε την κεφάλα του, πήδησε απ’ την καρέκλα, έσπρωξε όσους ήταν κοντά του τους ξέφυγε και χύθηκε στο δρόμο.
Τόση ήταν η φόρα του ώστε το πλήθος παραμέρισε. Και το μούλικο εξακολούθησε να τρέχει, να φεύγει αλαλάζοντας κιόλα μ’ ένα τέτοιο ξεφωνητό χαράς, που ποτέ δεν το ξανάκουσε η γειτονιά, τόσο δυνατό και τόσο παρατεταμένο.
Σε λίγο το ‘χασαν απ’ τα μάτια τους. Μα κι από πέρα άκουγαν ακόμα το ξεφωνητό του:
-Ααααααα!
Το μούλικο ξεθύμαινε.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, Το μούλικο, εκδόσεις Αδελφοί Βλάσση




Δεν υπάρχουν σχόλια: