Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Ο ποιητής Γιώργος Λίκος: πλοηγός του Έρωτα, της Θάλασσας και του Ανέμου

«…Δεν προσκυνούσε αρχηγούς
Μόνο την Αγάπη…»

…ο Λίκος είναι άγνωστος στο ελληνικό ποιητικό τοπίο. Απουσιάζει από τις βασικές γραμματολογικές και ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας, απουσιάζει από τη σημαντικότερη ανθολογία της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς που διαθέτουμε, απουσιάζει από τα σχολικά εγχειρίδια. Ελάχιστες αναφορές γι’ αυτόν θα συναντήσουμε.
…………………………………………………………………..
[…]Για τους γραμματολόγους ο Γιώργος Λίκος εντάσσεται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Αν μάλιστα δεχθούμε τη συμβατική διάκριση που προτείνουν, για λόγους ταξινόμησης, της γενιάς αυτής α) σε ποιητές που εκφράζουν με το έργο τους την πολιτική τους θέση και στάση, β) σε ποιητές που από την κοινωνική περνάνε στην υπαρξιακή αγωνία και γ) σε ποιητές που η παραγωγή τους σχετίζεται με τα διδάγματα του υπερρεαλισμού, τότε σαφώς και εντάσσεται στην Τρίτη κατηγορία.
[…]Ο Γ.Λίκος, πράγματι, ακολούθησε στην ποιητική του πολλα από τα διδάγματα του υπερρεαλισμού. Ο ίδιος δηλώνει πως ως έφηβος διάβαζε Σολωμό, Σικελιανό, Καβάφη, γαλλική ποίηση και δημοτικά τραγούδια. Έψαχνε όμως να βρει ένα διαφορετικό τρόπο γραφής, πιο αυθόρμητο και πιο υπερβατικό. Έτσι, στα πλαίσια αυτής της αναζήτησης, λίγο πριν από τον πόλεμο ανακάλυψε τον υπερρεαλισμό. Ήταν σαν να είχα βρει –κατά την έκφρασή του- τη γυναίκα της ζωής μου. Άρχισε να μελετά τα κείμενα του υπερρεαλισμού, να συνθέτει ποιήματα με την αυτόματη γραφή, γνωρίστηκε στο τέλος της Κατοχής με τον Εμπειρίκο και συνδέθηκε φιλικά μαζί του, όπως και με τους Εγγονόπουλο, Ελύτη, Σαχτούρη. Σταδιακά εγκαταλείπει τις αρχικές ακραίες εκδηλώσεις του αυτοματισμού στη γραφή και ενσωματώνει στο έργο του τα διδάγματα του πλούτου της ελληνικής ποίησης, προτείνοντας μια ποιητική που χαρακτηρίζεται από τον ίδιο ως μεταϋπερρεαλιστική. Με την πάροδο, μάλιστα, των χρόνων, ο υπερρεαλισμός του υποχωρεί σε τέτοιο βαθμό ώστε ελάχιστες μνήμες μόνο να ανιχνεύονται στα πιο όψιμά του έργα.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την ποιητική του είναι η απουσία σταθερής, με την έννοια της παγιωμένης, ποιητικής έκφρασης. Η ποιητική του παραγωγή, ελάχιστη συγκριτικά με τα χρονικά όρια στα οποία παρήχθη –πρώτη ποιητική εμφάνιση το 1994, τελευταία δημοσίευση το 1990- παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία, όπου είναι εμφανής η αναζήτηση νέων ποιητικών μέσων. Ο ολιγογράφος Λίκος δηλώνει πως δεν ήθελε να επαναληφθεί, έτσι αναζητούσε συνεχώς να ανανεώσει τα ποιητικά του μέσα, όχι πάντα με ιδιαίτερη επιτυχία.

[…]Οι βασικοί θεματικοί άξονες γύρω από τους οποίους στρέφεται η ποιητική του έκφραση είναι ο έρωτας, η φύση και κυρίως η θάλασσα, και στα τελευταία του δημιουργήματα ο θάνατος κι ο Θεός.

[…]Κάποια άλλη σημεία που αποτελούν χαρακτηριστικά του έργου του Λίκου και που, αν και εντοπίζονται και στο έργο των υπολοίπων μεταπολεμικών ποιητών, λαμβάνουν ιδιαίτερη ανάπτυξη και συντελούν στη διαμόρφωση της προσωπικής του ποιητικής είναι α) η εμφάνιση του ιστορικοκοινωνικού πλαισίου, β) ο εξομολογητικός τόνος και η απεύθυνση στο δεύτερο πρόσωπο και γ) η ιδιαίτερη και έντονη εικονοπλαστική του ικανότητα.

[…]Σήμερα, εξήντα χρόνια μετά την εμφάνισή του στα νεοελληνικά γράμματα, ο ποιητής Γιώργος Λίκος μπορεί να είναι και να παραμένει άγνωστος. Δεν γνωρίζω αν θα πάψει ποτέ να παραμένει άγνωστος, το πιθανότερο πως όχι, όμως θα εξακολουθεί πλάι στο όνομα του Γιώργου Λίκου να δηλώνεται το ίδιο προσηγορικό: ποιητής. Και τούτο είναι το σπουδαιότερο.

Χρήστος Δανιήλ, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2003


Α.ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΙΚΟΥ

1.
Τρία Ποιήματα


Κροταλίζει το μεγάλο φίδι ο Κροταλίας
Στην ανατολή του ήλιου πλήθος μωρά βυζαίνουν τη ζωή
Μια νυχτερίδα πλανιέται ακόμη πάνω απ’ τα στήθια σου
Και τα δάχτυλά μου στάζουν ηδονή.

Γεννήθηκα μ’ ένα ορμαθό αγκάθια στο στόμα μου
Με τ’ όνομά σου χαραγμένο πάνω στο στήθος μου
Ταξίδεψα με τα νούφαρα την άλλη πλαγιά
Έφαγα το πικραμύγδαλο γραμμένο πάνω στο δέρμα σου
Έσκαψα τη σιωπή των άστρων
Κι έμαθα τα κρυφομιλήματα του νοτιά, τις φωνές των βράχων
Και τα σφυρίγματα των τραίνων που οπισθοχώρησαν
Στο φύσημα του χρόνου

Φως κόκκινο χτυπά το χώμα της νύχτας
Κι αυτό το κόκκινο τριαντάφυλλο
Μπηγμένο ανάμεσα στα συρματοπλέγματα
Ματώνει πιότερο απ’ την καρδιά σου.
Αριστερά μας είναι η θάλασσα. Λάγνα κουπιά
Μια συμφωνία τ’ ουρανού με το φεγγάρι
Μια συμφωνία του ανθρώπου με τον άνθρωπο.
Και θα δεις τους αετούς να κάθονται πάνω στους ώμους σου
Και να μοιράζονται μαζί σου το ψωμί
Και θα δεις με τα μάτια των δέντρων
Τους κρυφούς στοχασμούς της γης.

Γιατί σταμάτησε η πορεία;

Στην άγονη καρδιά σου γεννήθηκε η ελπίδα
Ψιθυρίζει ο άνεμος
Κι εμείς σε θέλαμε γυμνή.
Οι φίλοι μου χάθηκαν
Έμπλεξαν τις ματιές τους με τις ηλιαχτίδες
Κι έσβησαν στο γέρμα.

Έμεινα μόνος.

Πάλεψα με τις λάσπες, με τις πληγές
Και τα δαγκώματα του αγέρα
Κι ήρθα φέρνοντας στα χέρια μου την ικεσία
Την προσταγή να με προστάξεις
Ω Κροταλία.


2.
ΙΙ.

Είναι ατέλειωτες οι μέρες μου
Κι είναι οι στιγμές μονότονες
Ατέλειωτη αγωνία
Ατέλειωτο το χρώμα των ματιών σου
Ατέλειωτη βροχή, το δάκρυ
Και πέρα πλήθος γέλια
Πλήθος-πλήθος.

Σβήνει ο ήλιος δεν πεθαίνει
Πεθαίνουν οι άνθρωποι
Πεθαίνουν τα σύννεφα
Πεθαίνουν τα κάστρα.

Στην πικρή πολιτεία
Των πικραμένων παιδιών
Είναι πικρό το φίλημα
Ήταν πικρό το άγγιγμά σου.

Στην πικρή πολιτεία
Των πικραμένων παιδιών
Στις πικρές αναμνήσεις που την κατοικούν
Θρόνιασε ο αγέρας τη χαρά του
Ένας αγέρας πολύχρωμος
Ένας αγέρας αυταρχικός.

Γέρασα καρτερώντας το άρωμα του γιασεμιού
Τη βοήθεια των δέντρων
Την κατανόηση της γης μου.

Κι είναι η γη μου μια στοίβα νεκροί.


3.
Κάρυστος ‘46

…Στιγμές μικρές στιγμές
Ζωή των κοχυλιών στιγμές του έρωτα
Η μυρωδιά του αγέρα στα μαλλιά σου
Η επανάληψη του κύματος
Η αγωνία του ρυθμού στο πρόσωπο του Χρόνου
Η τραγική απελπισία της αφής
Η γεύση των πραγμάτων πριν απ’ το χειμώνα.
Πώς λάμψανε τα μάτια σου κάτω απ’ το βάρος
Της καρδιάς μου.
Κάτω στο γιαλό
Πίσω απ’ τα χαλάσματα της μνήμης…


4.
Ο Ιππότης

Τα σπιρούνια του ήταν δυο άστρα
Που τα μάζεψε κάποτε μέσα στα χόρτα του βουνού
Κυνηγώντας.
Τα πόδια του ήταν νησιώτικο καλντερίμι
Ο κορμός του τοιχαράκι με γλάστρα
Τα χέρια του κλαδιά ελιάς
Τα μάτια του τρυγόνια
Και τα μαλλιά του ελπίδες.
Ήταν από καλή γενιά
Και σκλάβος έγινε και δούλος
Για την αγάπη.
Κι απ’ τα πολλά τα βάσανα
Έχτισε πάνω στην καρδιά του ένα κάστρο
Και πάει να το χαρίσει του Θεού.
Όμως ο Θεός μαζί με το παλάτι
Κράτησε και την καρδιά του
Κι έστειλε πάλι πίσω
Τα σπιρούνια διάττοντες αστέρες
Και τα πόδια του έγιναν
Νησιώτικο καλντερίμι
Στον κήπο τ’ ουρανού
Κι ο κορμός του τοιχαράκι να ξαποσταίνουν
Όσοι πεθαίνουν δυστυχισμένοι
Κι από τα χέρια του κλασιά
Στάζει το μύρο της φωτιάς.
Τα μαλλιά του φύκια στη θάλασσα των Σαργασσών
Και τα μάτια του ένα όμορφο ζευγάρι τρυγόνια
Που όλο πετάνε και τριγυρνάνε πάνω απ’ τη γη
Κι όλο το κυνηγάνε χωρίς ελπίδα
Οι νοσταλγοί.


5.
Απολογισμός

Χρόνια που τα τυλίξαμε σαν τα πολύτιμα χαλιά
Με τόσα σχέδια
Γυμνό το πάτωμα με το πριόνι της ψυχής
Τα έπιπλα θανάτου.


6.
Πυξίδα

Κράτα τη θάλασσα στην όρασή σου
Και τα μεγάλα σχέδια τ’ ουρανού.


Β. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

1.Η γνωριμία με τον Υπερρεαλισμό και τους Υπερρεαλιστές
-Από τα δώδεκά μου σημείωνα πάνω σε χαρτιά. Μετά, στα δεκάξι, διάβαζα Σολωμό, Σικελιανό, Καβάφη και γαλλική ποίηση, που αγαπούσα πολύ. Κάτι στο οποίο με ώθησε και η παιδεία του σπιτιού μου. Μαγεύτηκα από τον Σολωμό και τη δημοτική ποίηση. Μελετώντας τη δημοτική ποίηση άρχισα να γράφω. Λίγο πριν από τον πόλεμο του ’40 ανακάλυψα τον υπερρεαλισμό. Εκείνη ακριβώς την εποχή έψαχνα να βρω έναν τρόπο διαφορετικής γραφής. Έναν τρόπο πιο αυθόρμητο και όπως τον έλεγα τότε, πιο υπερβατικό. Και βρήκα τον υπερρεαλισμό.
-Ήταν σαν να είχα βρει τη γυναίκα της ζωής μου. Κι έπεσα με τα μούτρα στα κείμενα του υπερρεαλισμού. Κι άρχισα να κάνω αυτόματες γραφές.

2. Η σχέση με την Αριστερά
-…Δεν είχα συνδεθεί με το αριστερό κίνημα. Κανείς από μας: ούτε ο Ελύτης, ούτε ο Σαχτούρης, ούτε ο Γκάτσος.
Επίσημα κανείς μας.
Ναι, κάποια συμπάθεια. Όταν έκαναν φακέλους λογάριαζαν τα ποιήματα, τις φιλελεύθερες ιδέες που είχαμε και κάποιες κουβέντες που λέγαμε εναντίον του κατεστημένου. Ήμουν ύποπτος. Αλλά δεν ήμουν ποτέ ενταγμένος. Όταν συζητούσα κατελόγιζα και στους μεν και στου δε φοβερά πράγματα. Μην κρυβόμαστε πίσω απ’ τα δάχτυλά μας.

3. Σχόλια για ποιητές
-ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: Ο ποιητικός λόγος του Καρυωτάκη είναι ένας λόγος γεμάτος πίκρα, γεμάτος πόνο, αλλά και με σεμνότητα. Και πού και πού βγαίνει μια πικρή ειρωνεία.
-ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ: Για τον Εμπειρίκο, τον οποίο θαυμάζω, έχω πει και το είχα πει και στον ίδιον, ότι είναι ο Ιούλιος Βερν του έρωτα, όπου κυριαρχεί ο παγανισμός.
-ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ: Ο Εγγονόπουλος και στα ποιήματά του τα υπερρεαλιστικά που ξαφνιάζουν, έχει ένα μεγάλο και ειλικρινές πάθος. Που το εκφράζει με τέχνη, όχι σχολαστική, αλλά με μια τέχνη που βγαίνει με θαυμάσιο τρόπο από τους υπερευαίσθητους παλμούς της ψυχής του.
-ΕΛΥΤΗΣ: Δουλευταράς! Ο Θεός του έδωσε άπλετο ταλέντο λυρικό. Ήξερε τι έκανε και πώς να χειριστεί το λυρισμό που είχε από φυσικού του. Έκανε μια θαυμάσια ποίηση. Δεν μπορείς να βρεις ψεγάδια. Είναι πολύ προσεγμένη.
-ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ: Ο Σαχτούρης έχει το δράμα του κλειστού χώρου. Ακόμη κι αν είναι μέσα στην πόλη. Ακόμη και αν είναι στο αεροδρόμιο όπου κράζουν τα πουλιά, ο χώρος είναι κλειστός, χωρίς την παραμικρότερη ελπίδα φωτός. Είναι μόνον η καταστροφή χωρίς τη γένεση.

4. Η ποίηση και η ποιητική του πορεία
-Η ποίηση στην πραγματικότητα καθόρισε τη ζωή μου. Υπήρχαν τόσες δυνατότητες, ήθελε π.χ. να γίνω γιατρός και να ειδικευτώ στην ψυχιατρική, θα μπορούσα ακόμη να τελειώσω τις σπουδές μου ή και να εμπορευτώ. Και παρ’ όλα αυτά εγώ κατέβαινα στον Πειραιά με τη συννεφιά και με τις μπόρες και κοίταζα τα πλοία.

-Δεν γράφω ποτέ αν δεν περιπέσω σε μια ειδική ψυχική κατάσταση, όπου γίνεται μια αφαίρεση των πραγμάτων γύρω μου, όπου γίνεται μια ονειρική κατάθεση αν μπορεί να την πει κανείς έτσι. Είμαι σαν υπνοβάτης και έρχεται το ποίημα. Θα το γράψω πρώτα. Μετά, θα το επεξεργαστώ.

-Τα τρία βασικά πράγματα που καθόρισαν τη ζωή μου είναι ο έρωτας, η ποίηση και η θάλασσα. Και αυτό δεν είναι τρόπος του λέγειν, αλλά ανάγκη απόλυτη, ανάγκη ψυχικής ανάσας χωρίς την οποία η ψυχή θα πεθάνει.

-Δεν θα ήμουν ποιητής αν δεν ένιωθα τη μεταφυσική μέσα μου. Θα ήμουν άλλος άνθρωπος. Δεν θα ήμουν εγώ. Η πραγματική φιλοσοφία είναι η μεταφυσική. Τα πάντα υπάρχουν: και το πνεύμα του καλού και το πνεύμα του κακού και το πνεύμα του θεού. Τα βλέπεις παντού. Σ’ ένα δέντρο, σ’ ένα φύλλο, σε μια πέτρα. Όταν πίνεις λίγο κρασί καλό και έχεις τη διάθεση, αισθάνομαι ότι και ο άγγελος που έχει ο κάθε άνθρωπος είναι εκεί. Είναι κοντά σου. Μέσα στη φύση υπάρχει ένα θαύμα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΚΟΣ, Μια παρουσίαση από τον Χρήστο Δανιήλ, εκδόσεις Γαβριηλίδης, εκ νέου.

Βιογραφικό του ποιητή εδώ:
http://www.biblionet.gr/author/18088/%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CE%9B%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82



Δεν υπάρχουν σχόλια: