Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ

Η νεράιδα κάποιου δάσους έχασε μια φορά το μαγικό ραβδί της. Έψαξε, έψαξε, μα τίποτα! Το ραβδί πουθενά δε βρισκόταν. Κι η νεράιδα ήταν απαρηγόρητη, που δεν μπορούσε πια να κάνει μάγια. Ένα σπουργίτι όμως, καθώς πετούσε εδώ κι εκεί, είδε το ραβδί πεσμένο σ’ ένα χαντάκι. Πέταξε, λοιπόν, χαμηλά χαμηλά, το άρπαξε με το ράμφος του και το πήγε γρήγορα στη νεράιδα. Εκείνη, πολύ ευχαριστήθηκε που ξαναβρήκε τη δύναμή της τη μαγική και θέλησε να το ανταμείψει.
-Ζήτησέ μου, καλό σπουργίτι, κάτι που να επιθυμείς πολύ, του είπε, κι αμέσως θα γίνει.
Το σπουργίτι σκέφτηκε λίγο κι έπειτα φώναξε με λαχτάρα:
-Θα ήθελα να είχα χρυσά, ολόχρυσα φτερά!
Η νεράιδα το άγγιξε τότε με το ραβδί της, και μεμιάς τα φτερά του εξαφανίστηκαν και δυο καινούρια χρυσά, που άστραφταν και λαμποκοπούσαν, φύτρωσαν στη θέση τους!
Θαμπώθηκε από τη λάμψη τους το σπουργίτι! Δεν πίστευε στα μάτια του! Κι ετοιμάστηκε να τρέξει αμέσως, να τα δείξει σ’ όλα τα πουλιά και τα ζώα του δάσους.
-Μα, δυστυχία του!
Τα χρυσά φτερά ήταν τόσο βαριά, που δεν μπορούσε διόλου να φτερουγίσει! Ούτε να τα κουνήσει καλά καλά δε γινόταν. Άρχισε τότε να φωνάζει απελπισμένο τη νεράιδα. Κι εκείνη, καλή όπως ήταν, παρουσιάστηκε πάλι μπροστά του.
-Τι με θέλεις; ρώτησε.
-Καλή μου νεράιδα, κλαψούρισε το σπουργίτι, μετάνιωσα. Δεν τα θέλω τα χρυσά φτερά. Ωραία, βέβαια είναι, δε λέω, μα πολύ βαριά, και δεν μπορώ να πετάξω. Μήπως γίνεται να μου τα κάνεις βελουδένια;
-Μετά χαράς, αποκρίθηκε η νεράιδα.
Και στη στιγμή, τα χρυσά φτερά εξαφανίστηκαν και στη θέση τους φύτρωσαν δυο άλλα από παχύ παχύ βελούδο.
Τρελάθηκε από τη χαρά του το σπουργίτι! Τ’ ανοιγόκλεισε περήφανα, έκανε μια βόλτα, να τα δοκιμάσει, κι έπειτα έτρεξε στο δάσος, για να τα δουν και να τα θαυμάσουν όλα τα ζώα και τα πουλιά.
Όμως, ξαφνικά, χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν. Και σε λίγο ξέσπασε μια μπόρα γερή. Το σπουργίτι δεν πρόφτασε να κρυφτεί… Και τα βελουδένια φτερά του έγιναν μούσκεμα!
Όταν σταμάτησε η βροχή και βγήκε ο ήλιος, βρεγμένο καθώς ήταν, στάθηκε σ’ ένα κλαράκι κι άπλωσε τα φτερά του, να τα στεγνώσει. Μα τι φτερά ήταν τούτα! Το βελούδο είχε χαλάσει, κι η γυαλάδα του είχε φύγει. Δεν ήταν τώρα παρά ένα άθλιο πανί.
Το σπουργίτι απελπισμένο άρχισε πάλι να φωνάζει τη νεράιδα. Κι εκείνη, που είχε χρυσή καρδιά, έτρεξε πρόθυμα κοντά του.
-Μετάνιωσα, νεράιδά μου! μουρμούρισε. Κοίταξε με τη βροχή πως κατάντησαν τα βελουδένια φτερά μου! Μήπως γίνεται να μου τα κάνεις μεταξένια; Το μετάξι, έχω ακούσει πως δε χαλάει από τη βροχή.
-Και βέβαια, αποκρίθηκε η νεράιδα.
Και στο λεπτό, το σπουργίτι απόκτησε δυο κατακόκκινα μεταξωτά φτερά.
-Α, μα τούτα τα θαυμάσια φτερά πρέπει να τα δει ο κόσμος όλος, φώναξε το πουλί.
Και πέταξε ψηλά, να πάει στην πόλη.
Είχε φτάσει κοντά στα πρώτα σπίτια, όταν το είδαν μερικά παιδιά που πήγαιναν σχολείο.
-Ένα πουλάκι με κόκκινα φτερά! φώναξαν απορημένα.
-Α, τι ωραίο!
-Και τι παράξενο που είναι! Θα πρέπει να είναι σπάνιο!
-Ελάτε να το πιάσουμε, να το βάλουμε σ’ ένα κλουβί!
Κι όλα μαζί άρχισαν να το κυνηγούν. Κάποιο μάλιστα έλεγε πως θα ήταν καλύτερα να το χτυπήσουν με σφεντόνα κι έπειτα να το βαλσαμώσουν!
Τρομάρα που την πήρε το καημένο το πουλί! Και τι τρεχάλα έκανε για να ξεφύγει! Πέταξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και γύρισε στο δάσος. Στάθηκε λαχανιασμένο σ’ ένα κλαράκι, να ξανασάνει κι έπειτα –τι να κάνει;- φώναξε πάλι τη νεράιδα.
-Συγχώρα με, που όλο σε φωνάζω, καλή μου φίλη, της είπε σαν παρουσιάστηκε, μα πάλι το μετάνιωσα. Ωραία έγιναν τα φτερά μου, μα έτσι κατακόκκινα και γυαλιστερά καθώς είναι, με κάνουν να φαντάζω πολύ. Οι άνθρωποι νομίζουν πως είμαι πουλί σπάνιο! Με κυνηγούν και θέλουν να με πιάσουν!
-Αποφάσισε, λοιπόν, σαν τι φτερά θα ήθελες να έχεις επιτέλους! άρχισε να χάνει την υπομονή της η νεράιδα.
Το σπουργίτι στάθηκε κάμποσο σκεφτικό και στο τέλος είπε:
-Απ’ ό, τι βλέπω, τα δικά μου φτερά πρέπει να προτιμήσω, νεράιδά μου. Τι τα θέλω εγώ τα μεγαλεία! Με τα δικά μου πετώ μια χαρά! Είναι ελαφριά, γερά, η βροχή δεν τα καταστρέφει, κι οι άνθρωποι το βλέπουν πως είμαι σπουργίτι και μ’ αφήνουν να πετώ ελεύθερα. Δώσε μου, λοιπόν, πάλι τα δικά μου τα φτερά, και σου υπόσχομαι τίποτε πια να μην ξαναζητήσω.
Κι η νεράιδα η καλή έκανε το θέλημά του. Έτσι, το μικρό πουλί έμεινε με τα φτερά του. Και χαιρότανε πολύ, λεύτερα, το πέταγμά του.

Λότη Πέτροβιτς- Ανδρουτσοπούλου


Δεν υπάρχουν σχόλια: