Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ

Τα παλιά τα χρόνια σ’ έναν πύργο σε τρία χρόνια μέσα, γεννήθηκαν τρία κορίτσια. Και, σε κάθε γέννα της αρχόντισσας, οι τρεις Μοίρες έφταναν, από το δρόμο της νύχτας, στο ευτυχισμένο αρχοντικό και μοίραναν τα νεογέννητα βλαστάρια.
Στο πρώτο είχανε χαρίσει την ομορφιά.
Στο δεύτερο είχανε χαρίσει την εξυπνάδα.
Στο τρίτο είχανε χαρίσει την καλοσύνη.
Ο άρχοντας κι η αρχόντισσα καμάρωναν αχόρταγα τα τρία τους βλαστάρια, έτσι πλούσια προικισμένα και τα τρία από τις Μοίρες. Και με τον καιρό τα τρία μοσκαναθρεμμένα έγιναν τρεις κοπέλες, σαν τα κρύα τα νερά.
Της πρώτης έλαμψε η ομορφιά σαν τον ήλιο.
Της δεύτερης άστραφτε η εξυπνάδα σαν την αστραπή μες στα σκοτάδια.
Της τρίτης μοσκοβολούσε η καλοσύνη, σαν τα ρόδα και τα κρίνα.
Όταν ήρθε η ώρα τους να παντρευτούνε, ο άρχοντας ο πατέρας τους κάλεσε στον πύργο του τρία αρχοντόπουλα από τους τόπους που εξουσίαζε, και τα τρία από ξακουστές γενιές. Τα κάλεσε να τα φιλέψει στο αρχοντικό του. Κι όποια από τις τρεις κοπέλες άρεσε στον καθένα, να του τη δώσει με την ευχή του και να τον κάνει παιδί του.

Τρεις μήνες καθίσανε τα τρία αρχοντόπουλα στον πύργο του μεγάλου άρχοντα, με τις τρεις κοπέλες. Τρεις μήνες είδε γιορτές και πανηγύρια ο παλιός πύργος. Τρεις μήνες για να γίνουν οι γνωριμίες και να διαλέξει το κάθε αρχοντόπουλο τη δική του. Όταν σώθηκαν οι τρεις μήνες, ο άρχοντας κάλεσε το πρώτο αρχοντόπουλο, χώρια από τα άλλα, και του είπε:
-Θέλημά μου είναι να σε κάνω παιδί μου. Βάλε το χέρι στην καρδιά σου και πες μου, ποια από τις τρεις μου κοπέλες θέλεις να σου δώσω.
Το αρχοντόπουλο του αποκρίθηκε:
-Εγώ, άρχοντά μου, διαλέγω την πρώτη. Μα θα ήθελα νάχει και την εξυπνάδα της δεύτερης και την καλοσύνη της τρίτης. Τι να την κάνω την ομορφιά, δίχως εξυπνάδα και δίχως καλοσύνη;
Ο άρχοντας κάλεσε τότε το δεύτερο αρχοντόπουλο.
-Εσύ, αρχοντόπουλό μου, ποια διαλέγεις από τις τρεις μου κοπέλες; Πες μου να σου τη δώσω, να σε κάνω παιδί μου.
Το αρχοντόπουλο αποκρίθηκε:
-Εγώ, άρχοντά μου, διαλέγω τη δεύτερη. Μα θα ήθελα νάχει και την ομορφιά της πρώτης και την καλοσύνη της τρίτης. Τι να την κάνω την εξυπνάδα δίχως ομορφιά και δίχως καλοσύνη;
Ο άρχοντας κάλεσε το τρίτο αρχοντόπουλο.
-Εσύ, αρχοντόπουλό μου, ποια διαλέγεις από τις τρεις μου κοπέλες: Πες μου κι είναι δική σου. Χαρά μου είναι να σε κάνω παιδί μου.
-Δεν ξέρω, άρχοντά μου, ποιες διαλέξανε τα άλλα αρχοντόπουλα. Εγώ διαλέγω την Τρίτη. Μα θα ήθελα νάχει και την εξυπνάδα της δεύτερης και την ομορφιά της πρώτης. Τι να την κάνω την καλοσύνη δίχως ομορφιά και δίχως εξυπνάδα;
Τα τρία αρχοντόπουλα φύγανε και γυρίσανε στα μέρη τους. Ο άρχοντας στεναχωρημένος, φώναξε την αρχόντισσά του και της είπε τα θλιβερά μαντάτα.
-Άδικα πασχίζουμε, αρχόντισσα, να παντρέψουμε τις κοπέλες μας. Γαμπρός δε βρίσκεται γι’ αυτές. Γιατί ούτε οι τρεις μπορούν να γίνουν μία, μες τις χάρες των τριών, ούτε είναι βολετό να τις δώσουμε και τις τρεις σε έναν. Ας όψεσαι, που μούκανες τρεις, με μοιρασμένες χάρες και δε μούκανες μία με τις χάρες μαζεμένες. Γραφτό είναι να γεράσουν ανύπαντρες οι τρεις άμοιρες κοπέλες μέσα σ’ αυτόν τον πύργο.
Και κλάψανε κι οι δύο. Και πάλι παρηγορούσε ο ένας τον άλλον:
-Πού ξέρεις: Ο Θεός είναι μεγάλος. Αν είναι το θέλημά του θα βρεθεί γαμπρός.
Κάποια παλιά χαρτιά, που βρέθηκαν ύστερ’ από χρόνια, στα χαλάσματα του παλιού πύργου, ανιστορούνε πως ο γαμπρός, που περίμεναν ο άρχοντας και η αρχόντισσα για τις τρεις τους θυγατέρες, ήρθε μια νύχτα, καβαλάρης σ’ ένα μαύρο άτι. Και την ίδια νύχτα παντρεύτηκαν και οι τρεις. Ο ξωτικός γαμπρός, στεφανώθηκε, τη νύχτα εκείνη, με τα ίδια στέφανα, την Ομορφιά, την Εξυπνάδα και την Καλοσύνη. Και τις πήρε στο βασίλειό του.
Αυτό ανιστορούνε τα παλιά χαρτιά, που βρέθηκαν στα έρημα χαλάσματα, για τις τρεις αδελφάδες, με τα τρία ξέχωρα χαρίσματα των Μοιρών, που γεννήθηκαν, σε τρία χρόνια, στον ξακουστό Φράγκικο πύργο του Μοριά.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια: