Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Η χρονιά που πέρασε

Λες και δεν πέρασε ποτέ
η χρονιά η περσινή.
Φαντάζει κιόλας μακρινή.

Έμεινε μόνο ένα φύλλο
στο ημερολόγιο του τοίχου,
όπως μέσα στην οθόνη μένει
η σκηνή η τελευταία,
όπου γράφεται το «τέλος»
με μικρά ή κεφαλαία.

Θέλω τον καινούριο χρόνο
φωτεινό κι αστραφτερό,
σαν αφόρετα παπούτσια,
σαν κολλαριστό φουρό.

Τα φετινά παπούτσια…
πού θα με πάνε αλήθεια;
Ουφ, φτάνουν οι ερωτήσεις:
δρόμος μεγάλος, ανοιχτός
είν’ μόνο αυτός που πάει εμπρός!

ΤΖΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ, Χαρούμενα μαγικά Χριστούγεννα, εκδόσεις Μεταίχμιο.

Καλή εβδομάδα. Άντε να δούμε και το 2014…

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Παράκληση στον Αϊ-Βασίλη

Όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ας ξαναθυμηθούμε ένα υπέροχο παραμύθι…
……………………………
Ο πατέρας έντυσε με τα καλά του ρουχαλάκια τον Αρτέμη, τον πήρε από το χεράκι και πήγαν στο μαιευτήριο. Θα έβλεπε ύστερα από μια βδομάδα τη μαμά του΄ είχε πάει σ’ αυτό το..πώς το λένε...το Μαιευτήριο, να γεννήσει την αδελφούλα του.

Ο Αρτέμης ήτανε μουτρωμένος.

-Τη μαμά και το αδερφάκι σου πάμε να πάρουμε. Γιατί κατέβασες τα μούτρα σου;, τον μάλωσε ο πατέρας.

Δεν ήθελε να το πει, αλλά ήταν πολύ στεναχωρημένος. Ζήλευε. Φοβόταν ότι η μαμά του θα αγαπούσε περισσότερο το μωρό. Γι’ αυτό.

Όταν έσπρωξαν την πόρτα του δωματίου της μαμάς του στην κλινική, την είδαν να κρατά στην αγκαλιά της το μωρό και να το παρατηρεί σκεφτική. Άπλωσε τα χέρια του, έτρεξε προς το κρεβάτι της, ακούμπησε το κεφαλάκι του στην αγκαλιά της και έκλαψε. Αλλά και η μαμά δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά της κι ο μπαμπάς το ίδιο΄ έκανε τάχα πως κοιτάζει αμέριμνα έξω από το παράθυρο.

Ο Αρτέμης έσκυψε να δει το προσωπάκι της αδερφής του, και τότε όλη του η ζήλια εξαφανίστηκε. Μπα! Ήταν δυνατόν ν΄ αγαπούσε η μαμά του αυτό το μωρό περισσότερο από κείνον!

-Πως είναι έτσι;, απόρησε.

-Δηλαδή;, έκανε τάχα απορημένη η μαμά του.

-Δεν είναι όμορφο...

-Έτσι είναι όλα τα μωρά όταν γεννηθούν. Θέλουν καιρό να στρώσουν.

-Σαν Κινέζα είναι, επέμενε ο Αρτέμης. Να την τσιμπήσω λιγάκι;

-Τσίμπα την αλλά ελαφρά, μην την πονέσεις.

Ο Αρτέμης θα ήθελε να της δώσει μια γερή τσιμπιά, να βγάλει το άχτι του, αλλά την τσίμπησε ελαφρά, να μην την πονέσει. Τη γαργάλησε. Την ξανατσίμπησε. Αλλά η αδερφούλα του τίποτε. Ούτε χαμογέλασε, ούτε έκλαιγε.

Και γύρισαν σπίτι...

Κι όλα άλλαξαν. Σα να μπήκε ένα γκρίζο σύννεφο στο σπίτι.

Πρώτα απ΄ όλα η μαμά του δε γελούσε όπως πριν. Τι να ‘γινε εκείνος ο ήλιος που φεγγοβολούσε στο πρόσωπό της; Η γιαγιά του έπλεκε ροζ ζαπουνάκια κι αναστέναζε. Ο μπαμπάς γύριζε συλλογισμένος από τη δουλειά κι έτρεχε να δει το μωρό στην κούνια.

Και πως το πρόσεχαν το μωρό: τρεις φορές τη μέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, του έκαναν μπάνιο και του έτριβαν χέρια και πόδια.

-Αμάν πια, θα το μαδήσουν, σκεφτόταν ο Αρτέμης, που δεν το ζήλευε πια.

Αλλιώς τα φανταζόταν τα πράγματα, κι όσο περνούσε ο καιρός τίποτα απ’ όσα είχε φανταστεί δε γινόταν. Αντίθετα, πρόσεχε ότι ο κόσμος κοίταζε παράξενα την αδερφούλα του όταν την έκαναν βόλτα με το καροτσάκι. Αλλιώς χαμογελούσαν σε κείνον κι αλλιώς στο μωρό τους. Πολλοί έλεγαν "αχ, το καημένο", κι η μαμά στεναχωριόταν πολύ. Κι ο πατέρας έφερνε συνέχεια γιατρούς στο σπίτι.

Μια μέρα η μητέρα μιλούσε ψιθυριστά στο τηλέφωνο.

-Μα φυσικά έλεγε, αυτά τα παιδιά καθυστερούν σε όλα.

Δηλαδή που καθυστερούσε το μωρό τους; Ο Αρτέμης δεν μπορούσε να καταλάβει. Έπρεπε να του εξηγήσουν.

-Μαμά, που καθυστερεί το μωρό μας;, τη ρώτησε όταν τελείωσε το τηλεφώνημα.

Ήταν μια δύσκολη στιγμή για τη μητέρα του. Ο Αρτέμης το κατάλαβε γιατί έπιασε το κεφάλι της σα να ήθελε να στρώσει τα μαλλιά της κι αναστέναξε:

-Έλα, του είπε, να σου καθαρίσω ένα μανταρίνι και τα λέμε.

Πήγαν στην κουζίνα. Σοβαρή η μαμά, σοβαρός κι ο Αρτέμης.

-Η αδελφούλα σου, όπως έχεις ήδη καταλάβει, Αρτέμη μου, δεν είναι σαν και σένα. Είναι διαφορετική. Συμβαίνουν αυτά στη ζωή. Πρέπει να το παραδεχτούμε.

-Να το παραδεχτούμε, συμφώνησε ο Αρτέμης.

-Είναι όμως δύσκολο. Πρέπει να το ξέρεις. Γιατί η αδερφούλα σου μπορεί να καθυστερήσει και στο περπάτημα και στην ομιλία. Μπορεί να μην καταλαβαίνει εύκολα όσα καταλαβαίνει εσύ. Μπορεί να μην καταφέρει να διαβάσει ποτέ.

-Θα της διαβάζω εγώ, προθυμοποιήθηκε ο Αρτέμης.

-Αυτό θέλουμε κι εγώ κι ο μπαμπάς σου. Να την αγαπάς και να την βοηθάς. Όταν νιώθει την αγάπη γύρω της θα μεγαλώσει πιο εύκολα. Είναι όμως δύσκολο, επέμενε η μαμά. Πρέπει να έχεις υπομονή.

-Θα έχω, μη σκας.

Κι αποφάσισε να γίνει Ρομπέν των Δασών για την αδελφή του. Ο γενναίος κι ατρόμητος ιππότης που προστάτευε τους αδύνατους.

Καθόταν η αδελφή του στο παρκάκι της ήσυχη και αμίλητη, κι ο Αρτέμης την τρέλαινε στην κουβέντα. Τα τραγούδια που μάθαινε στο νηπιαγωγείο πρώτα σε κείνην τα τραγουδούσε. Με τα τουβλάκια μόνο δεν τα πήγαιναν καλά. Γιατί η αδερφή του δεν καταλάβαινε και τα έριχνε όλα κάτω. Τότε ο Αρτέμης την έδινε μια τσιμπιά, ελαφρά, να μην την πονέσει.

Όσο περνούσε ο καιρός και πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, μια αγωνία είχε φωλιάσει στην καρδιά του. Τεσσάρων χρονών ήταν κι αυτός. Τι να σου κάνει; "Άραγε, σκεφτόταν, ο Αϊ-Βασίλη φέρνει δώρα στα παιδιά που καθυστερούν;";

Το είπε στη γιαγιά του.

-Να προσευχηθείς, τον συμβούλεψε εκείνη.

Κι ο Αρτέμης προσευχήθηκε το ίδιο βράδυ.

-Άγιε μου Βασίλη, μην ξεχάσεις να φέρεις δώρο στην αδελφή μου. Δεν φταίει αυτή αν καθυστέρησε λιγάκι. Αυτά συμβαίνουν στην φύση. Πρέπει να το παραδεχτούμε, είπε η μαμά μου. Μην την ξεχάσεις, γιατί τώρα τελευταία άρχισε να μας χαμογελά. Μην πικραθεί. Άσε που είναι ένα πεντακάθαρο κοριτσάκι. Τρεις φορές τη μέρα της κάνουν μπάνιο΄ κι αν έχεις καμιά μαγική ένεση, δεν την φέρνεις, μήπως και γίνει καλά; Θέλω να παίζουμε τουβλάκια, αλλά μου τα ρίχνει όλα κάτω.

Αμήν...



Αγγελική Βαρελλά

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Χριστουγεννιάτικες ευχές!

Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου.
Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγεννα –στο τζάκι του νέγρου
ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά
στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ
μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες
ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου.

Να την κάνεις αγάπη.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ- Το παιδί με τη σάλπιγγα

Χρόνια πολλά και καλά. Με αλήθεια στη ζωή μας, χωρίς ζήλεια, με δυναμισμό, με τα μάτια μας ανοιχτά και, επιτέλους, με δράση και αντίδραση, όχι άλλη παθητικότητα και αδιαμαρτύρητη ανοχή σε όλα :)

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Η φάτνη

Καμιά χρονιά η μικρή φάτνη, που είχαν ετοιμάσει, με τα ίδια τους τα χεράκια, τα παιδιά, για να πουν μπροστά της την παραμονή των Χριστουγέννων, το ωραίο τραγουδάκι, που τους είχε μάθει η δασκάλα τους, δεν είχαν πετύχει σαν τούτη τη χρονιά. Σωστή φάτνη! Τα παιδάκια είχαν μαζευτεί τριγύρω της και την καμάρωναν.

Τίποτε δεν της έλειπε. Τα χοντρά ζωγραφισμένα χαρτόνια την έκλειναν ολόγυρα, σαν αληθινοί τοίχοι από πλίθες. Η σκεπή της, με το ανάριο βαμπάκι, που είχαν σκορπίσει απάνω της, φάνταζε σα χιονισμένη. Και μέσα της έβλεπε κανείς στο βάθος το παχνί των αγελάδων. Και δεν έλειπαν ούτε οι αγελάδες. Από τα παιχνίδια τους είχανε βγάλει τα παιδιά τρεις μικρές ωραίες αγελάδες, σκαλισμένες απάνω σε άσπρο ξύλο, και τις είχαν στήσει μπροστά στο παχνί. Και καθώς είχαν σκυμμένα τα κεφάλια τους, τα ωραία ζώα, απάνω στις τούφες του σανού, έλεγες πως βοσκούσαν, σα να ήταν ζωντανά. Το πάτωμα ήτανε στρωμένο παντού με σκόρπια άχυρα, που φάνταζαν, από μακριά, σα χρυσό, χνουδωτό χαλί. Κι απάνω στο παχύ αυτό χαλί είχαν ξαπλώσει τα παιδιά δυό ασπρόμαλλα προβατάκια, από πορσελάνα, που τα είχαν βρει κι αυτά στα παιχνίδια τους και, σε κάποια κόχη, κοντά στην πόρτα, ένα κουλουριασμένο μαντρόσκυλο, που έλεγες, πως ήταν αληθινό και λαγοκοιμόταν στη γωνιά του, για να φυλάει τους βοσκούς και τα ζωντανά.

Καταμεσής της φάτνης είχανε στήσει την κούνια του μικρού Χριστού. Αυτή την είχε φτιάσει η μεγαλύτερη αδερφούλα τους, με μεταξωτά και με νταντέλλες και ήτανε αληθινή κούνια για βασιλόπουλο. Δεν της έλειπαν ούτε η κουνουπιέρα, από κάτασπρο, χιονάτο τούλι. Μέσα στην κούνια κοιμότανε ο μικρός Χριστούλης, ένα ωραίο, ξανθό κουκλάκι, από πορσελάνα, ολόγυμνο. Κι απάνω του έσκυβε ένα προβατάκι, που είχαν στήσει δίπλα στην κούνια, σα να παράστεκε στον ύπνο του μικρού.

-Παιδιά, ώρα να κοιμηθείτε –τα φώναξε η μητέρα τους- για νάχετε αύριο όρεξη να πείτε το τραγουδάκι σας του μικρού Χριστού. Ελάτε.
Μα τα παιδιά είχαν ξεχάσει κάτι.

-Καλέ, παιδιά –φώναξε η μικρότερη αδερφή- ξεχάσαμε να βάλουμε τους αγγέλους απάνω στη στέγη της φάτνης. Και πώς θα γεννηθεί ο Χριστούλης, χωρίς τους αγγέλους;

-Μονάχα τους αγγέλους; της είπε ένα αδερφάκι της. Και το άστρο των μάγων; Πώς θα βρουν οι μάγοι, χωρίς το άστρο, τη φάτνη, για να φέρουν τα δώρα τους στο Χριστούλη; Θα χαθούνε μέσα στη σκοτεινή νύχτα.

Έτρεξαν αμέσως τα παιδιά, έψαξαν στα παιχνίδια τους και, σε λίγο, έφεραν δυό ωραίους άγγελους με κάτασπρες φτερούγες, από χαρτόνι κι ένα μεγάλο άστρο από χρυσόχαρτο. Έστησαν τους αγγέλους απάνω στα χιόνια της στέγης, κάρφωσαν το χρυσό άστρο στην πόρτα της φάτνης –όλα πια ήσαν έτοιμα- και πήγανε να πλαγιάσουν.

Όλοι είχαν κοιμηθεί στο ευτυχισμένο σπίτι.

Η μικρούλα, όμως, που είχε στήσει τους αγγέλους, με τις κάτασπρες φτερούγες, απάνω στη στέγη της φάτνης, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν της κολλούσε ύπνος. Σηκώθηκε κρυφά από το κρεβατάκι της και πήγε, αλαφροπατώντας στις μύτες των ποδιών της, να ξανακαμαρώσει μια φορά ακόμα, την ωραία φάτνη. Τι ήταν αυτό που είδε; Θεέ μου! Έτρεξε και ξύπνησε τα αδερφάκια της.

-Ελάτε να ιδήτε…

Έτρεξαν όλα μαζί.

Μέσα στη σκοτεινή κάμαρη, η μικρή φάτνη ήτανε φωτισμένη μ’ ένα γαλάζιο φως και μέσα στην κούνια, ο μικρός Χριστούλης –το κουκλάκι- κουνούσε τα δυό του χειλάκια, σα να είχε ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή από τον ύπνο, και χαμογελούσε στα παιδάκια.

Τα παιδιά, που είχαν δει το θαύμα, άφηκαν μια φωνή τρομαγμένης χαράς, που σήκωσε όλο το σπίτι στο πόδι.

-Τι είναι, καλέ! Τι τρέχει;

Πρώτη έφτασε, αλαλιασμένη, με τα νυχτικά της, η μητέρα, ύστερα ο πατέρας, ύστερα τα μεγαλύτερα αδέρφια, ύστερα οι υπηρέτριες. Όλο το σπίτι βρέθηκε γύρω από τα σαστισμένα παιδιά.

-Τι είναι, καλέ; Τι πάθατε;

Τα παιδάκια έδειχναν, με το δάχτυλο, τρομαγμένα, τη φωτισμένη φάτνη και το μικρό Χριστό, που κουνούσε τα χεράκια του και χαμογελούσε. Μα οι μεγάλοι δεν έβλεπαν τίποτε. Κανείς δεν έβλεπε τίποτε.

-Πηγαίνετε γρήγορα στα κρεβάτια σας, παλιόπαιδα… τους είπε η μητέρα τους. Στο όνειρό σας θα τα είδατε αυτά που λέτε.

Μα τα παιδιά δεν τα είχαν ιδεί στο όνειρό τους αυτά, που έλεγαν. Έβλεπαν ακόμα τη φάτνη λουσμένη μέσα σ’ ένα γαλάζιο φως και το μικρό Χριστούλη, που κουνούσε τα χεράκια του και τους χαμογελούσε.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ-Μικρές ιστορίες
……………………………………………………..
Χρόνια πολλά, καλές γιορτές!

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Η διαστημική Μπεφάνα

Η Μπεφάνα από έναν μακρινό πλανήτη
ταξιδεύει μ’ έναν πύραυλο καβάλα,
πετάει από αστέρι σε κομήτη,
δώρα κουβαλάει, μικρά και μεγάλα.
Τις διευθύνσεις των καλών παιδιών
έχει στον υπολογιστή της.

Ή μάλλον όλων των παιδιών της γης
τις έχει πάντοτε μαζί της,
γιατί το ξέρουμε πια καλά
πως δεν υπάρχουν κακά παιδιά!

ΤΖΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ


Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Μία εναλλακτική χριστουγεννιάτικη ευχή με ένα παραμύθι!

Φέτος ας μην αρκεστούμε σε μία απλή χριστουγεννιάτικη κάρτα. Ο Θεοφάνης Θεοφάνους και η Αντιγόνη Καψάλη σας προτείνουν να ευχηθείτε στους φίλους σας με ένα εναλλακτικό παραμύθι. Καλές γιορτές!

Ο ΠΙΕΡΟΤΟΣ

Σύντομη περίληψη

Τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο λαμπιόνια. Δεν είναι μόνο ακριβά δώρα. Δεν είναι μόνο χρυσόσκονη. Είναι και κάτι άλλο. Βαθύτερο. Το μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου μάς θυμίζει, πιο έντονα από κάθε άλλη περίοδο του έτους, πως κουβαλάμε στους ώμους μας μια μεγάλη ευθύνη. Το αύριο των παιδιών. Η αγκαλιά ενός γονιού απαλύνει πληγές, σταλάζει παρηγοριά. Μερικά παιδιά δεν την έχουν. Κάποιοι εν δυνάμει γονείς δεν έχουν πού να τη δώσουν. Το παραμύθι του Πιερότου ελπίζει ν΄ αποτελέσει έναν κρίκο σε αυτή την αλυσίδα αγάπης.

Μπορείτε να κατεβάσετε ΔΩΡΕΑΝ το ψηφιακό βιβλίο «ο Πιερότος» (σε μορφή .pdf) ή να το διαβάσετε, επίσης δωρεάν, σε μορφή εικονικού βιβλίου, μέσω της διεύθυνσης: http://issuu.com/theofanistheofanous


Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Χριστόψωμο

Από τα πολύ παλιά τα χρόνια, οι γυναίκες, την ημέρα των Χριστουγέννων έβγαζαν στο τραπέζι της γιορτής το Χριστόψωμο. Είναι ένα ψωμί ζυμωμένο όπως όλα τ’ άλλα, όμως είναι σε σχήμα κουλούρας.

Με πολλή τέχνη όλες οι νοικοκυρές, τις παραμονές της μεγάλης γιορτής, με ζυμάρι απ’ αυτό του ψωμιού, έφτιαχναν κάθε λογής μικρούτσικα στολίδια.

Ανάλογα με τη δουλειά που έκανε ο πατέρας της οικογένειας, η νοικοκυρά στόλιζε το Χριστόψωμο: αν ήταν δηλαδή αγρότης το στόλιζε δέντρα φορτωμένα καρπούς, κοτούλες, πουλιά, αγελάδες, το κάρο με το άχυρο, και το μποστάνι με τα λαχανικά. Αν πάλι ο πατέρας ήταν ψαράς, έφτιαχνε ψάρια κάθε λογής, τη βάρκα με τα δίχτυα της, αλλά και την αμμουδιά και τα κύματα της θάλασσας.

Έτσι, οι παραδοσιακές γυναίκες χάριζαν στην οικογένειά τους για την ημέρα των Χριστουγέννων όμορφα έργα μεγάλης τέχνης κι έκαναν μ’ αυτό τον τρόπο μιαν ευχή, ο μικρός Χριστός που μόλις είχε γεννηθεί να ευλογεί το σπίτι και τ’ αγαθά του, να χαρίζει υγεία και καλή σοδειά για το νέο χρόνο που θα ξεκινούσε.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ, Κείμενα-Εικόνες Εύα Καραντίνου, εκδόσεις Άγκυρα

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Ο μάγος των Χριστουγέννων

Αν ήμουν εγώ ο Αϊ-Βασίλης,
θα ‘φερνα ένα δέντρο γιορτινό
σε κάθε διαμέρισμα, σε κάθε σπίτι,
ψηλό απ’ το πάτωμα ως τον φεγγίτη.
Όχι όμως ψεύτικο ή πλαστικό,
μα ένα δέντρο αληθινό,
του δάσους έλατο ή πεύκο
με φρέσκο αέρα στα κλαδιά,
που να σκορπίζει ευωδιά
από ρετσίνι σε κάθε σπίτι,
φωλιά για το μικρό σπουργίτι.
Και στα κλαδιά να λάμπουν οι καρποί:
γλυκά και δώρα για κάθε παιδί!

Και με το μαγικό ραβδί μετά
στους δρόμους θα ‘κανα μαγικά!

Δέντρα θα φύτευα στις λεωφόρους,
με μπάλες, τρένα και δορυφόρους,
κούκλες μοντέρνες που λένε «μαμά»
και αυτοκίνητα τρομερά.

Και όλα τζάμπα για τα παιδιά!

Στην πλατεία Σαν Κοζιμάτο
θα φυτέψω δέντρο μαντολάτο,
μα και στην οδό Τριτόνε
το δέντρο με τα πανετόνε.
Στη λεωφόρο Μπουότσι πάλι
θα βάλω τάρτες πορτοκάλι,
και στην Αγία Σουζάνα για όποιον θέλει
δίπλες τραγανές με μέλι!

Ε, τι λέτε, προχωράμε;
Η μαγεία τώρα αρχίζει:
πάρτε θέση, ξεκινάμε,
για να στήσουμ’ ένα δέντρο
μέσα στην πλατεία Μαντσίνι,
να ευωδιάσει το ρετσίνι.

Στην οδό Κομπάνι πάλι
τ’ αεροπλάνο θα μας βγάλει.

Κάθε δρόμος κι ένα δέντρο,
στολισμένο, φωτισμένο,
με καλούδια φορτωμένο,
προσμένει απόψε τα παιδιά,
να κόψουν δώρα απ’ τα κλαδιά.

Δώρα πολλά, παιχνίδια ωραία,
άλλα παλιά και άλλα νέα,
φεύγει το ένα, φυτρώνει άλλο
πιο ωραίο ακόμα και πιο μεγάλο!

Μα και στη οδό Κοντότι λέω
να φτιάξω δέντρο ψηλό κι ωραίο,
για τους μεγάλους αυτή τη φορά,
με ρούχα, παπούτσια και παλτά!

Αν ήμουν μάγος, θα τα έκανα όλ’ αυτά.
Μα δεν είμαι, τι να κάνω;

Μόνο ευχές έχω να δώσω.
Ευχές πολλές, ευχές για όλους.
Διαλέχτε όποια σας αρέσει,
πάρτε απ’ την άκρη –ή απ’ τη μέση.

ΤΖΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ-Χαρούμενα μαγικά Χριστούγεννα, εκδόσεις Μεταίχμιο




Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Ένα Μ ά ι κ ω β ο για όλα τα παιδιά...

Πήρα τον κατηφορικό δρόμο ολομόναχος. Το βράδυ ζύγωνε με κρύα πόδια. Θα μ’ έλιωνε σαν ένα έντομο που το πέτυχε στο δρόμο νυχτιάτικα. Προχώρησα τρία βήματα και σταμάτησα. Οι δυο γέροι φίλοι μου κούτσαιναν ακόμη πάνω στο δρόμο τσάκα τσάκα κι έφευγαν κατά το χωριό τους. Θα ήταν κανένα απόμακρο χωριό με λασπένια καλυβάκια… που τα βράδια θα ‘καιε η φωτιά και θα ‘ψηνε το μαγείρεμα και τα κάστανα. Ο γεράκος έφευγε χωρίς να γυρίζει πίσω. Αν γύριζε ακόμη μια φορά πίσω, αν μου ‘λεγε ακόμη μια φορά «έλα να το πάιμε το σπίτι με το Τραγιάν…» μπορεί και να πήγαινα. Μπορεί…

Μα δεν πήγα. Έστριψα και πήρα την άλλη ψαλιδιά. Κάπου εκεί γύρω, ανάμεσα σε κάποιο δάσος θα βρισκόταν το Μάικωβο. Μπορεί να ‘χαν καιρό να πάνε παιδάκια και να ‘ταν οι δρόμοι του κλεισμένοι από βάτα. Κάπου θα έλαμπε σ’ ένα ρουμάνι από κουμαριές για να ‘χουν και το χειμώνα τα παιδάκια το φρούτο τους.

Μ ά ι κ ω β ο.

Τώρα μου φάνηκε πως πρέπει να το ‘χω δει. Α, χωρίς άλλο. Μα κι αν πάλι δεν το ‘χω δει το ίδιο, έχω δει χωρίς άλλο τα παιδιά του. Σε κάτι βιβλία της Πρωτοχρονιάς. Κάτι παιδιά κοκκινομάγουλα κάτου από καμπάνες με κορδέλες. Σπίτια χωμένα μες στα τριαντάφυλλα. Κάτι αβγά μεγάλα που κάθεται ολάκερη η φαμίλια μέσα και τραγουδάει. Και το τζάκι να μη σβήνει ποτές… Μέσα βράζουνε ζεστές σούπες και κάτι φαγιά που τα τρως και κοκκινίζουνε τα μάγουλά σου σαν μήλα. Ύστερα γλυκά… ολάκερες καραβιές γλυκά. Ναι, αυτό θα ‘ταν! Κρίμα να μην το ξέρω από τότες για να σημαδέψω το δρόμο… Τώρα…

Κάθισα σε μια πέτρα και περίμενα να περάσει κανείς να τον ρωτήσω. Μα οι περαστικοί ήταν λίγοι. Κάτι βιαστικοί βρακάδες. Άπλωναν τα χέρια τους και «ααα…» κάνανε. «Νιέ ζναμ». Ρώτησα μια γερόντισσα Βλαδοβίτισσα, κουφή. Δεν πήρε χαμπάρι τι έλεγα. Αν περίμενα έτσι θα μ’ έβρισκε το βράδυ. Ξεκίνησα λοιπόν για τον κατήφορο κι όποιον αντάμωνα. Και δε στάθηκα άτυχος. Λίγο πιο κάτου, σ’ ένα κατηφορικό περιβόλι, ένας βρακάς παππούς τρυγούσε τα κυδώνια του. Είδα τα γένια του και παρηγορήθηκα. Το ‘ξερα πια. Όλοι οι αξούριστοι μπαρμπάδες ήταν καλοί με τα παιδιά. Όπως οι εκκλησιές έχουν το σταυρό τους, έτσι κι οι γέροι έχουν το γένι τους για σημάδι της καλής τους καρδιάς.

-Καλημέρα, μπάιτσε…

Δε μ΄ άκουσε. Μουρμουρίζοντας μέσα στα γένια του ένα παλαιικό ντόπιο τραγούδι μάζευε τα κυδώνια του. Οι γέροι τραγουδάνε σαν τα μωρά. Κάνουν «α-ααα» και δεν ξεχωρίζεις τι λένε. Είναι και οι χαβάδες τους κλαψάρικοι…
-Μπάιτσε (πήδηξα το χαντάκι του). Καλησπέρα!

Ο τραγουδιστής έκοψε το τρύγημα και το τραγούδι. Με κοίταξε με το χωριάτικό του ξάφνιασμα, σαν παλιός γνώριμος του σπιτιού μας. Σβάρνισε με το δάχτυλό του τον ιδρώτα απ’ το κούτελό του και τον πέταξε στο χώμα.
-Τι χέλει, μαλέτσκο; Ντούνκι; Φάε…

Καθάρισε ένα κυδώνι απ’ το χνούδι του απάνου στο βρακί του και μου το ‘δωκε…
-Φάε…
-Όχι, μπάιτσε. Φχαριστώ.
-Γκιατί μπρε;
-Να, έτσι… Δε θέλω.
-Και τι χέλει;

Καθόμουνα και τον κοιτούσα… Αν με πιάσει στο ψιλό; Αν ο Ζλατάν ήτανε κάνας γερο-ψεύτης και μα κορόιδεψε; Μα η μέρα έφευγε. Θα με πρόφταινε η νύχτα στο δρόμο. Και τότες τι κάνουνε; Να φτάσεις νύχτα σε ξένο χωριό… Δεν κάνει… Θα μου πεις, ένα Μάικωβο δεν τα ξεσυνερίζεται κάτι τέτοια… Δε λέω… Μα πάλι… Ε, κι έπειτα; Εγώ θα τον ρωτήσω κι ό, τι γίνει έγινε!
-Μπάιτσε!

-Α…
-Μην και ξέρεις… μην άκουσες… μη
-Τι;
-Μην και ξέρεις κατά που πέφτει…
-Πχοιο;
-Μην έτυχε ν’ ακούσεις κατά πού πέφτει το… Μάικωβο;
Ο γέρος δεν πραξενεύτηκε καθόλου. Το γένι του γιόμισε γλύκα.
-Μάικωβο; Πώς, το κσέρει;
-(Αχ…) Και… πού είναι, μπάιτσε; Πού;
-Α; Κοίτακσε (ο γέρος άπλωσε τα χέρια του και τα ‘κανε δρόμους): Κοίτακσε… τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έκει ένα χωριό. Ντεν είναι τη Μάικωβο, είναι την Όσλοβο. Τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έχει άλλο χωριό. Ντεν είναι τη Μάικωβο, είναι τη Λέσκοβο. Τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έκει άλλο χωριό. Είναι τη Μ ά ι κ ω β ο! (Ζεστάθηκα σαν να μου φορέσανε γούνα)!
-Φχαριστώ μπάιτσε. Και είναι μακριά, μπάιτσε; Ε; Είναι πολύ μακριά;
-Όκι. Ντυο τσιγκάρε.
-Φχαριστώ (μέσα μου θύμωσα λίγο με το γερο-Ζλατάν, τον ψεύτη). Φχαριστώ, μπάιτσε.
-Γκειάσο μαλέτσκο. Καλό στράτα. Τώρα χέλει ένα ντούνκι; Πάρ’ το ένα, το τρώει στο δρόμο.
-Φχαριστώ.
Το πήρα και ξαναπήδηξα το χαντάκι. Μα κάτι ακόμα έπρεπε να ξεκαθαρίσω , μια και τόνε βρήκα έτσι βολικό.
-Και… δε μου λες, μπάιτσε…
-Α…
-Είναι μεγάλο, ε;
-Πχοιο;
-Είναι μεγάλη πολιτεία, ε
-Πχοιο;
-Μα το Μάικωβο, ποιο άλλο;
-Πολιτεία; Αααα φα!... φα!... φα!... Πολιτεία! Ααα φα, φα, φα!... (τι άσκημος που ήταν! Είχε και κάτι σάπια δόντια…) Αα… φα, φα, φα!
-Ώστε δεν είναι έτσι… Δεν είναι μεγάλο το Μάικωβο;
-Ααα… φα, φα, φα! Μιγκάλο; Ουφτώ κούκια! (οχτώ σπίτια). Ου, ου… φα, φα, φα…
Έσφιξα τις γροθιές μου.
-Γελάς; Γελάς και δεν ντρέπεσαι;… Κρίμα στα γένια σου! Αυτό μονάχα σου λέω… Κρίμα στα γένια σου.
-Αμπρέ!
Ο γέρος έκοψε ξαφνικά το χάχανο. Απόμεινε σαστισμένος, λυπημένος’ κι άπλωνε τα χέρια του. Ήθελε να με καλοπιάσει, και δεν έβρισκε τίποτα. Μοναχά αφουγκραζότανε σαν να βούιζαν γύρω στ’ αφτιά του μέλισσες. Έκρυψε και τα σάπια του δόντια.
-Αμπρέ… αμπρέ… Ολοένα αυτό έλεγε.
-Να και το παλιοκύδωνό σου!
Το γένι του ήταν σαν μαραμένος θάμνος. Άπλωσε το χέρι του. Έβλεπα κει ένα χωριάτικο χέρι να ρωτάει.
-Αμπρέ!... Αμπρέ, μαλέτσκο… Κλαίει; Γκιάτι…

-Δε θέλω να ξέρω κανένα σας! Είσαστε όλοι… -ήμαρτον Γιοβάν- όχι δεν είναι κανείς σας γαιδούρι! Είσαστε όλοι «μπίσκες»!

Έφευγα χτυπώντας δυνατά τα πόδια μου στο χώμα. Και τα πετραδάκια τρυπούσαν τις σόλες μου σαν μερμήγκια.

Δεν ήρθε πολύ ξοπίσω μου. Έμεινε κει πάνω απ’ το χαντάκι με το χέρι του απλωμένο. Η μιλιά του κρύωσε μες στα δόντια του. Έμενε’ κι ο αέρας του ανέμιζε τα μαλλιά. Το βλέμμα του κυνηγούσε τα βήματά μου. Όχι, δεν ήθελα να ξέρω κανένα τους.

Έφευγα. Είχα κιόλας χαθεί μες στα μεγάλα δέντρα του δρόμου. Έφευγα πατώντας άτσαλα τα φύλλα. Ήμουν σαν ολομόναχο χελιδόνι που δεν πρόφτασε ν’ ακολουθήσει τ’ αδέρφια του και το πήρε ο χειμώνας. Σε λίγο θα ήταν νύχτα΄ κι έτρεμα, μες στ’ απόβραχο… Έτρεμα μα έφευγα.
Κάτου στα ριζά, η βουβάλα έχυνε το γάλα της αφριστό… Ας το ‘χυνε. Εγώ δεν ήθελα τίποτα πια τώρα. Βιαζόμουνα να προσπεράσω το σύρραχο, να πάω σ’ ένα απάγκιο, να στρώσω στα πόδια μου κείνο το Μάικωβο και να χαϊδέψω σαν ακριβό γυαλί που μου το τσάκισαν. Κι ύστερα να πασκίσω να συνταιριάξω τα κομμάτια του, να τα κολλούσα –αν κολλούσε τα σπασμένα κομμάτια με δάκρυα.

Μα σαν προσπέρασα το βουναλάκι και βγήκα στο ξέφωτο, εκεί, στο τέλος του σύθαμνου, ένας άλλος κόσμος με περίμενε. Ένας κόσμος φωτερός, κάτασπρος! Ένα μαγικό χαλί που το ξεδίπλωσαν μπρος στα πόδια μου και μ’ άφησαν βουβό. Ένας κάμπος ανοιχτός, καταγάλανος, που κολυμπούσε στην καταχνιά του απόβραδου. Καταμεσής του ένας άσπρος δρόμος τον ρίγωνε στα δυο. Είχε τα μπράτσα του τεντωμένα απ’ ανατολή σε δύση. Το ‘να ακουμπούσε στα πόδια μου. Τ’ άλλο κυλούσε ως κάτου στα πέρατα κυνηγώντας τους καπνούς. Με τύλιξε μεμιάς η μυρουδιά του, γιομάτη άχερο κι αλογίσιο ιδρώ. Σ ι γ ο υ ρ ι ά. Γιόμισ’ ο κόρφος μου. Τώρα θ’ αρπαχνόμουν απ’ αυτό το τεντωμένο σκοινί και σίγουρα –ποιος ξέρει;- μπορεί και εκεί κάτου στην άκρη του, μπορεί να ήταν σκαλωμένο το Μάικωβο.

-«Πάμε;»… Ήταν μια φωνή παλιά, συρμένη στην άπλα της δημοσιάς. Γνώριμη φωνή. Ρώτησα (τα σκονισμένα γένια του δρόμου σάλεψαν).
-Ποιος είσαι; ρώτησα. Ο μπάιτσε Γιοβάν; Ο μπάιτσε Ζλατάν;
-«Όχι»μου κάνει. «Είμαι ο μπάιτσε-Δ ρ ό μ ο ς…»
-Εσύ;… Εσύ; Ήρτες; Αλήθεια; Στάσου… άφησέ με να ψάξω τη σκόνη σου.
-«Πάμε;»
-«Ναι. Μα εγώ είμαι για το Μάικωβο. Αν συμφωνείς για το Μάικωβο…»
-«Πάμε, Κριφ… Εσένα ήρθα να πάρω».
Ένα αυλάκι καλοναρχούσε δίπλα του. Φαίνεται πως θα το ‘χε ο μπάιτσε-Δρόμος για να πλένει τα πόδια του απ’ τη σκόνη.
-«Θα ‘ρτεις;» ξαναρωτάει.
Συλλογιζόμουνα. Ένα κατσικάκι βέλαξε πίσω. Γύρισα. Ήταν βατραχάκι. Σε μεγάλο λούσο βρισκότανε. Φορούσε πλουμιστό γιλέκο και πέτσινα γάντια σταχτιά. Είχε βρει το Μάικωβό του!
-«Πάμε;», μου ξαναλέει ο δρόμος;

Μιλούσε ο Άι-Βασίλης, γερο-πλανευτής. Χρόνια τον ακολουθούσα –κι ήταν με άδεια σακούλια. Του ‘δινα το χέρι στα τυφλά, χωρίς να μου δείχνει τίποτα. Τώρα το χέρι του έδειχνε Μάικωβο.

Μ ά ι κ ω β ο ! Κάτι ασπρολόγαε στην άκρη του χεριού του. Μα η καταχνιά δε μ’ άφηνε να καλοδώ. Αχ! αν μπορούσε ο ουρανός να μου φέξει λίγο να δω πού πάω. Κι ο ουρανός μ’ ἀκουσε! Τράβηξε την κουρτινίτσα του σύννεφου και… «Ορίστε, Κριφ… μου λέει –δες…»
Είδα. Αααα!... Ναι, ναι… Αυτό ήταν. Ναι, αυτό ήταν! Να τα όλα. Τα σπίτια από φίλντισι. Θεόρατα σπίτια συννεφένια, χρυσά στο λούσιμο του ήλιου. Τζάμια που φεγγοβολούν και μου κάνουν το μάτι. Οι τρούλοι του γυαλίζουν σαν γλόμποι. Όλα είναι όπως τα ‘δειχναν τα βιβλία. Γιομάτα γιρλάντες, γιομάτα τριαντάφυλλα. Μάικωβο!... που είχε ζωή για τα παιδιά. Μάικωβο με τα μεταξωτά του. Να και μια τράνη λυγιστή γέφυρα που πέρναει σαν φέστονι πάνου απ’ το κεφάλι μας.

-«Ε, πάμε, λοιπόν, μαλέτσκο;» με ρωτάει ξανά.
Σηκώθηκα. Ήμουν τόσο ψηλός, που τα μαλλιά μου άγγιξαν την κορδέλα.
-«Πάμε;…..» με ξαναρωτάει για τελευταία φορά, και μου γαργαλάει το δάχτυλο με μια πετρίτσα. Έσφιξα το λουρί μου:
-Εντάξει!... Πάμε, μπάιτσε… Π ά μ ε!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει








Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑ

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ
πάνω στην καταστροφή,
δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους,
δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε
από τη συντροφιά μου,
πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω
και πως η μουσική των λουλουδιών,
ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράματα
δεν έρχεται στ’ αυτιά τους’
ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ’ άλογα
που θα με φέρουν πλάι τους.
Να τους μιλήσω,
να κλάψω μαζί τους
και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους’
όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος,
σαν τίποτα να μην είχε γίνει,
σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ
Καλή εβδομάδα

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Χριστούγεννα: κάντε δώρο ένα βιβλίο!


Τα Χριστούγεννα είναι ταυτισμένα με τα δώρα. Δώρα από τον Άγιο Βασίλη, από τους γονείς στα παιδιά, από τις γιαγιάδες και τους παππούδες στα εγγόνια, από τους νονούς στα βαφτιστήρια, από τους φίλους και τους συγγενείς. Βέβαια τα συχνότερα δώρα που κάνουν όλοι στα παιδιά αυτές τις μέρες είναι τα παιχνίδια.


Η δική μου πρόταση για τις φετινές γιορτές, πέρα από τα παιχνίδια που για πολλούς λόγους είναι κι αυτά απαραίτητα, είναι να προσθέσουμε στα δώρα μας και ένα βιβλίο.

Εκτός από την παιδαγωγική του αξία, που είναι αδιαμφισβήτητη, υπάρχουν δύο ακόμη θετικά στοιχεία για να το προτιμήσετε:
1. Είναι μία επιλογή οικονομική.
2.Αν το προσέξει, θα μείνει για πάντα στην βιβλιοθήκη του παιδιού.

Σας προτείνω λοιπόν δέκα βιβλία, που εγώ και τα παιδιά μου έχουμε στην βιβλιοθήκη μας και αγαπάμε ιδιαιτέρως!
...................
Περισσότερα μπορείτε να δείτε εδώ:
http://sugarmama.gr/index.php/prosopa/item/603-xristoygenna-kante-doro-ena-vivlio

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Ένα παραμύθι και ένα ποίημα για τα Παιδιά


Το πιάτο του Αλέξανδρου

Στο πιάτο του Αλέξανδρου είναι ζωγραφισμένα παιδιά. Όταν τρώει το φαί του, τα βλέπει εκεί μέσα γελαστά και χαρούμενα. Όλα αυτά τα ζωγραφιστά παιδιά είναι φίλοι του. Φορούν διαφορετικές φορεσιές, από διάφορες χώρες. Μαζί με τη μαμά του τους έχουν δώσει ονόματα. Τους μιλάνε, τους ρωτάνε αν τους αρέσει το φαγητό και περνάνε πολύ όμορφα.

Του Αλέξανδρου του αρέσει η σπανακόπιτα. Η μαμά του την κάνει πεντανόστιμη. Μα το μεγάλο γλέντι γίνεται με τη φασολάδα. Ο Αλέξανδρος καταπίνει τη ζεστή σούπα και ταΐζει τους φίλους του.

-Ένα φασόλι για τον Τζώνη.

-Ένα καρότο για τη Νατάσα.

-Μην κρύβεσαι, Αντουανέτα, τρώγε τη φασολάδα σου!

Και την τρώει όλη εκείνος…

Ένα βράδυ, την ώρα που η μάνα έστρωνε το τραπέζι, ο πατέρας άνοιξε την τηλεόραση. Ο Αλέξανδρος στρώθηκε στο φαί, μπροστά στο πιάτο του, όπου μοσχοβολούσε ένα κομμάτι σπανακόπιτα.

Ξαφνικά η τηλεόραση έδειξε μια έρημο.

Ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες.

Πάνω στην άμμο περπατούσαν ξυπόλητα παιδιά, αγέλαστα. Με μεγάλα μάτια. Με ποδάρια λιγνά σαν καλάμια. Με χέρια σαν κλωστές.

Ο Αλέξανδρος πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε τέτοιο πράγμα.

Ένα απ’ αυτά τα παιδιά άπλωσε το χέρι κρατώντας ένα πιάτο, σαν να ήθελε να το δείξει στον Αλέξανδρο. Δεν ήταν ζωγραφισμένο. Ήταν τσίγκινο.

Δεν ήταν γεμάτο. Ήταν άδειο.

Η σπανακόπιτα περίμενε μοσκοβολώντας. Μα ο Αλέξανδρος δεν είχε πια όρεξη. Του φάνηκε πως όλη εκείνη η άμμος είχε φράξει το λαιμό του, κι ότι το σπίτι τους γέμισε άδεια τσίγκινα πιάτα.

-Φάε, Αλέξανδρε, έλεγε η μάνα.

-Δεν πεινάω, μουρμούρισε το παιδί.

Ο εκφωνητής έλεγε τα δικά του λόγια στην τηλεόραση. Κάτι, όπως: «Η βοήθεια… και η πείνα… τα παιδιά… στην Τράπεζα… όποιος θέλει να βοηθήσει να πάει στην Τράπεζα…».

Και κάτι άλλο που δεν τα καταλάβαινε. Την Τράπεζα όμως την ήξερε. Στη γωνιά του δρόμου ήταν μία. Πήγαινε με τον πατέρα του καμιά φορά.

Ώστε έτσι λοιπόν; Δεν ήταν όλα τα παιδιά γελαστά και χορτάτα, όπως έδειχνε το πιάτο του; Υπήρχαν Τζώνηδες και Νατάσες που πεινούσαν;

Η μάνα δεν επέμενε άλλο για φαγητό και πήρε το ζωγραφιστό του πιάτο και το έβαλε στο φούρνο της κουζίνας.

Την άλλη μέρα ο Αλέξανδρος ζήτησε από τη μητέρα του το πιάτο του. Την παρακάλεσε να τον πάει ως την Τράπεζα. Στην Τράπεζα δεν είχε πει ο εκφωνητής; Ε, στην Τράπεζα θα πήγαινε κι εκείνος.

Η μητέρα του του έκανε το χατίρι.

Στάθηκαν στην ουρά. Οι άλλοι γύρω έβλεπαν τον Αλέξανδρο με το πιάτο στο χέρι και χαμογελούσαν. Μα εκείνος ήταν πολύ σοβαρός.

Έφτασε στο ταμείο. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του. Απόθεσε το πιάτο με τη σπανακόπιτα στο γκισέ κι έκανε να φύγει…

-Τι είναι αυτό; ρώτησε ξαφνιασμένος ο ταμίας.

-Είναι… (κόμπιασε το παιδί), πες μαμά… είναι για τους φίλους μου στην έρημο… Η τηλεόραση το είπε να έρθουμε στην Τράπεζα… Κι έφερα την πίτα μου.

Έκανε πάλι να φύγει.

-Στάσου, ξαναφώναξε ο ταμίας. Κι εσύ;

-Μα εγώ έχω πίτα στο σπίτι… απόρησε ο Αλέξανδρος.

Τα μάτια του ταμία γυάλισαν. Κι όλων των άλλων που περίμεναν στη σειρά. Κι έτσι, πολλά λαμπερά και συγκινημένα μάτια συνόδεψαν το παιδί, που προχωρούσε προς την έξοδο. Η μάνα του του κούμπωνε με στοργή το παλτό και του έλεγε:

-Πάμε τώρα στο σπίτι. Αλέξανδρε. Πάμε.

Αγγελική Βαρελλά

…………………………

Σεμίλα

Το ξέρω, Σεμίλα,

Ο πόλεμος τρόμαξε τη μικρή σου καρδούλα.

Το ξέρω, Σεμίλα,

ο πόλεμος μεγάλωσε τα μάτια σου.

Το ξέρω, Σεμίλα,

μέρες τώρα πεινάς.

Μην κλαις, Σεμίλα,

θα σου φέρω τον ήλιο μου.

Μην κλαις, Σεμίλα,

θα σου φέρω την αγάπη μου.

Μην κλαις, Σεμίλα,

θα σου φέρω την καρδιά μου.

Χέρι με χέρι θα διώξουμε τον πόλεμο,

χέρι με χέρι θα μοιράσουμε το ψωμί.



Μην κλαις, Σεμίλα.



Γιώτα Παρθενίου


Από το Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων για το νηπιαγωγείο, ΟΕΔΒ.

…………………………

Αφιερωμένη στα Παιδιά είναι η σημερινή μέρα. Ας διδαχτούμε από εκείνα για να δημιουργήσουμε έναν πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο, πιο πολύχρωμο κόσμο.

……………………….

«Η Γιούνισεφ (UNICEF) είναι μία οργάνωση του ΟΗΕ για τα παιδιά, τιμημένη το 1965 με βραβείο Νόμπελ για την προσφορά της. Ιδρύθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1946 από τη γενική συνέλευση του νεοσύστατου τότε διεθνούς οργανισμού για να βοηθήσει τα παιδιά της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Κίνας μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η ονομασία της προέρχεται από τα αρχικά των αγγλικών λέξεων United Nations International Children's Emergency Fund (Διεθνές Έκτακτο Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Παιδιά).

Το 1953 η UNICEF έγινε μόνιμο τμήμα του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών, με κεντρικά γραφεία στη Νέα Υόρκη και αποστολή την κάλυψη των μακροπρόθεσμων αναγκών των φτωχών παιδιών και των μητέρων τους στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Το 1954, ο ηθοποιός Ντάνι Κέι ανακηρύσσεται πρώτος πρεσβευτής της UNICEF, με αρμοδιότητα την ευρεία δημοσιοποίηση των αναγκών των παιδιών όλου του κόσμου. Από τότε και μέχρι σήμερα, παγκοσμίου φήμης καλλιτέχνες, αθλητές και συγγραφείς τάσσονται στην υπηρεσία της UNICEF ως «Πρεσβευτές Καλής Θέλησης» ή «Ειδικοί Εκπρόσωποι» της. Στην Ελλάδα, πρώτος πρεσβευτής καλής θέλησης υπήρξε ο συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης. Πρέσβειρα καλής θέλησης της UNICEF στην Ελλάδα είναι, επίσης, η ακαδημαϊκός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ.»



Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/194#ixzz2n9dhpKVK











Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Ανθρώπινα δικαιώματα και Μενέλαος Λουντέμης

Η Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 10 Δεκεμβρίου, σε ανάμνηση της υπογραφής της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ στις 10 Δεκεμβρίου 1948. Όραμα των εμπνευστών της, ένας κόσμος με δικαιώματα και ελευθερίες χωρίς διακρίσεις.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/worldays/81#ixzz2n5nQlVlZ
………………………..
Ο Μέλιος απ’ τη θέση του έμεινε στην αρχή άφωνος. Ύστερα, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει… Κάποιοι άνθρωποι, που δεν ήξερε ποιοι, ούτε για ποιο λόγο, σκάβανε ανάμεσα απ’ τους ανθρώπους χαντάκια, σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε; Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ’ αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θ έ σ η του, που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα, ποιος ήταν αυτός που μοίραζε τις θέσεις;… Μήπως ο θεός; Μα οι μεγάλοι, εξόν απ’ τ’ άλλα κακά που κάνανε, κάνανε και τούτο: Φκιάξανε το θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε θεός για παιδιά.
Του ‘ρθε να ξεφωνίσει. Να ξεφωνίσει την αδικία. Ύστερα έσφιξε τα χέρια του. Και τότε, για πρώτη φορά, ανακάλυψε ότι η μόνη δύναμη, που μπορούσε να στηρίζεται, ήταν μες στα χέρια του. Ήταν ο ε α υ τ ό ς του. Ο μικρός φτωχός εαυτός του. Κανένας άλλος.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Ένα παιδί μετράει τ' άστρα


Ας μην καθίσουμε να μετρήσουμε
ποιανού δάκρυα ήταν πιο ζεστά.
Μπορεί πιο ζεστά να ‘ναι κείνα
που δε χύθηκαν ακόμη.

Ας μην καθίσουμε να ρωτήσουμε
ποιο αίμα ήταν πιο κόκκινο.
Μπορεί πιο κόκκινο να ‘ναι
κείνο που πρόκειται να χυθεί.

Ας μη ρωτήσουμε να μάθουμε
ποιανού ιδρώτας ήταν πιο καφτός.
Όλοι οι ιδρώτες έχουνε τη γέψη-
που ‘χουν τα δάκρυα.

Λοιπόν…
Ας μην πνιγόμαστε στους ορισμούς.
Στις χρονικές και κτητικές αντωνυμίες.
(«Σήμερα»… «Χτες»… «Αύριο»…)
Κλάψαμε χτες στην Αφρική
με τα βασανισμένα μάτια των Νέγρων.
Κι αύριο θα κλάψουμε στη Σαϊγκόν
με τα οργισμένα μάτια των Βιετναμέζων.
Αύριο μπορεί να πέσουμε στο Κογκό
ή να ιδρώσουμε στην Κούβα.

Γιατί είμαστε από κείνους
που ιδρώνουνε, πεθαίνουνε και κλαίνε
σε κάθε κορμί που ιδρώνει και κλαίει.
Κρυώνουμε σήμερα στη ζούγκλα.
Ιδρώνουμε αύριο στον Αρκτικό .

Το κορμί μας είναι ένας πλανήτης.
Με όλα μαζί τα κλίματα.
Πόνεσε, κλάψε, πείνα.
Μόνο μην κάνεις τον άλλον
να πονέσει και να πεινά.
Κι εσύ φημισμένε, εσύ δοξασμένε
εσύ, δυνατέ… Ένα μόνο ξέρε:
Πως όσο ψηλά κι αν ανεβείς
ποτέ δε θα φτάσεις το μπόι των χαμηλών
που θυσιάστηκαν για ψηλά πράγματα!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ (Από Το σπαθί και το φιλί)


Το πιο πολύτιμο ρούχο μας.
Το πιο επίσημο ρούχο μας.
Το πιο εμφανίσιμο ρούχο μας.
Η χλαμύδα μας.
Το φράκο μας.
Το νυχτικό μας.

Το μόνο σωστό μας.
Το μόνο πιστό μας.
Το μόνο αιώνιο ρούχο μας
είναι το πετσί μας.

Και δεν ντρέπομαι αν είναι μαύρο,
άσπρο
ή μελαμψό.

Ντρέπομαι για κείνους που το χωρίζουν
σε μαύρο,
άσπρο
και μελαμψό.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ






Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Σ’ ένα κομμάτι
κλεμμένο χαρτί
διπλωμένο στα τέσσερα
θα σου γράψω
ένα ποίημα
με στίχους που στάζουν βροχή
και δυο στροφές
σ’ απόχρωση βαθιά μπλε

Οι λέξεις διάφανες κι απλές
-με λιγοστά εφόδια
κινούνται πια οι ποιητές-
Ριπή μες στη σιωπή
η γραφή
χωρίς ρίμα η μουσική.
Με μόνο αφιέρωση
«Στο λαθραναγνώστη της ψυχής».

Αλεξάνδρα Γαλανού
………………………………..
Καλή εβδομάδα :)

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Ένα λιοντάρι με πυρετό μαθαίνει να μην είναι κακό :το πρώτο μου παιδικό βιβλίο!

Τι γίνεται όταν ένα μικροσκοπικό περιπλανώμενο κουνούπι μεταφέρει το συνάχι του στον –μέχρι εκείνη τη στιγμή- ακλόνητο βασιλιά των ζώων; Ένας απλός πυρετός θα οδηγήσει το αγέρωχο λιοντάρι σε μία από τις βασικές αρχές της ζωής: η αγάπη και ο σεβασμός είναι αδύνατο να συνυπάρξουν με το φόβο…

Με οδηγίες για 6+1 παραμυθοπαίχνιδα (βασισμένα στη Γραμματική της Φαντασίας του Τζάνι Ροντάρι)
.........................

Το βιβλίο μπορείτε να κατεβάσετε δωρέαν από εδώ:

http://www.saitapublications.gr/2013/12/ebook.68.html


Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=34962#ixzz2mb9pPBdH


Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Ματή, το μαγικό ψιθύρισμα: Ένα παραμύθι για την Παγκόσμια Ημέρα των Ατόμων με Αναπηρίες

Ο Φάνης το έγραψε με πολύ μεγάλη αγάπη και είμαστε συγκινημένοι και χαρούμενοι που βρήκε τον δρόμο του…

……………………………………

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ



Αφιερωμένο στα παιδιά όλης της γης,

στις κόρες μου,

στη Ματή και στον τρόπο που βλέπει τον κόσμο.

Τι κι αν είναι ένα κορίτσι με ειδικές ανάγκες. Είναι ίδιο με τ' άλλα.

Έχει μέσα της τους ίδιους φόβους, τις ίδιες απορίες, τις ίδιες

ανασφάλειες, την ίδια περιέργεια να ψηλαφίσει το αύριο και το

δικαίωμα για ζωή το οποίο κουβαλούν όλα τα παιδιά από

γεννησιμιού τους, ανεξαρτήτως χρώματος, φύλου, καταγωγής.

Όσο εύκολο λοιπόν είναι να βρίσκουμε διαφορές μεταξύ μας, τόσο

εύκολο είναι να ανακαλύπτουμε και ομοιότητες.

………………

Βολέψου σε μια αγκαλιά,

θα ‘ναι σαν όνειρο,

μικρή προσευχή

πριν το ταξίδι της νύχτας,

ένας άγγελος θα έρθει

να σου ψιθυρίσει το μυστικό

σσσς…. εσύ μόνο ν’ ακούς…

την καρδιά σου!

Άνοιξε την παλάμη σου,

φύσηξε λίγη αστερόσκονη και… ξεκινάμε!

……………………

1… «Δεν μπορεί να δεχτεί πως μερικές στιγμές της μέρας είναι δύσκολες,

φορτωμένες με αναποδιές, με αρρώστιες, με θλίψη. Ήρθε όμως η ώρα

να αρχίσει να λαχταρά, να πεισμώνει και να μάθει πως κάθε πρόβλημα

έχει τη λύση του.»


2. «Δεν υπάρχει μέρα που να ξημερώνει χωρίς μια

απάτητη κορυφή, ένα απόρθητο κάστρο, μια ξεχασμένη μελωδία, μια

άγνωστη λέξη, μια μυρωδιά που προσδοκά να την ανακαλύψεις, για να

υψώσεις τη δική σου σημαία. Κερδίζοντας φορά τη φορά τα λάφυρά

σου».


3. «Το ουράνιο τόξο είναι η ένωση του ήλιου με τη βροχή. Η επιβεβαίωση

πως αν προσπαθήσεις αρκετά, αψηφώντας την τεμπελιά και τη ζήλια,

θα τα καταφέρεις. Το ουράνιο τόξο περικλείει μέσα του τις

χαρούμενες φωνές των παιδιών, αγκαλιές, χάδια και τις επιθυμίες των

ονείρων μας. Το ουράνιο τόξο είναι η σφραγίδα της υπόσχεσης του

Θεού προς τον άνθρωπο. Πως μέσα από τις δυσκολίες έρχεται η

λύτρωση.»


4. «Το γλυκό κοριτσάκι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Σάστισε αντικρίζοντας

το θαύμα! Ένιωσε για κάποια δευτερόλεπτα πως πετούσε. Έχασε τη

λαλιά της. Μόνο ένιωθε. Πρωτόγνωρα συναισθήματα, ανακούφισης και

ανυπομονησίας για το αύριο. Όχι δεν ήταν η πιο όμορφη μέρα της ζωής

της αν το αναρωτιέστε. Ακολούθησαν κι άλλες, κι άλλες που είδε,

άγγιξε, αισθάνθηκε ακόμα πιο σημαντικά πράγματα. Καμία ημέρα δεν

υπερτερεί. Σας το υπόσχομαι πως όλες ξεχειλίζουν μοναδικά μαγικές

στιγμές αρκεί να μην τις βεβηλώνουμε με ανούσιες σκέψεις. Έζησαν

αυτοί καλά και δώσε κλώτσο να γυρίσει, η ιστορία της Ματή να

ξαναρχίσει!»

………………………

Ο Θεοφάνης Θεοφάνους γεννήθηκε το 1982.

Μεγάλωσε στο Δάσος Χαϊδαρίου από Κύπριους

γονείς.

Φοίτησε στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς

Ακμή, Δομή, ΑΤΕΙ Φλώρινας, Athenian College.

Παρακολούθησε σεμινάρια συγγραφικής τέχνης

στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

Είναι παντρεμένος, έχει δυο κόρες: την

“Πριγκίπισσα Καπριτσιόζα”, την “Μια Σταλίτσα”,

άπειρα παραμύθια, και ζουν όλοι μαζί –έτσι, από

πείσμα- στην πόλη της Φλώρινας.

Το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «12 Εκδοχές για

Εκείνη», τυπώθηκε από τις εκδόσεις «Περί

Τεχνών» το 2009.

Μία από τις πιο σημαντικές λογοτεχνικές

διακρίσεις του ήταν το «Βραβείο Ομήρου» από

τον «Σύλλογο Λόγου, Τέχνης και Ελληνικού

Πολιτισμού Βαυαρίας».

E-mail επικοινωνίας:

theofanis_theofanous@yahoo.gr

..........................


Η Ραφαέλα Φαντασία

γεννήθηκε στην Ιταλία και

μεγάλωσε στην Κύπρο. Είναι

φοιτήτρια στο Τμήμα

Ιατρικής του Πανεπιστημίου

Θεσσαλίας. Στον ελεύθερο

της χρόνο ασχολείται κυρίως

με τη ζωγραφική, τη μουσική

και τη λογοτεχνία.

......................

Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο προλογίζει η υπέροχη μαμά Χριστίνα

http://www.eimaimama.gr/2012/12/oloi-eimaste-en-dynamei-amea.html


Μπορείτε να τo κατεβάσετε δωρεάν από εδώ:

http://www.saitapublications.gr/2013/12/ebook.67.html

Σύντομη περίληψη

Η αληθινή ιστορία ενός κοριτσιού που δε δάμασε τα κύματα, δεν κατατρόπωσε μυθικά τέρατα σε μια νύχτα, δε χρίστηκε ηρωίδα κανενός παραμυθιού! Απλά κατάφερε να ξεπεράσει τους φόβους και τους δισταγμούς της, βλέποντας τη ζωή όπως ακριβώς είναι… υπέροχη!


Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=34945#sc#ixzz2mOzwUhfX

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

Δεκέμβρης μήνας
ο γιός του Χειμώνα
φέρνει μαζί του
τρανή γιορτή.

Δέντρα, στολίδια
φώτα κι αστέρια
μοιράζουνε λάμψεις αστραφτερές.

Η πόλη φοράει
τα γιορτινά της
βιτρίνες, παιχνίδια
γλυκές μυρωδιές.

Κι εκείνη τη νύχτα στις 25
βγαίνει έν’ αστέρι και χαμογελά.
Γεννιέται ο Χριστός μας
την αγάπη Του αφήστε
να σας χαϊδέψει την καρδιά.

Ήχοι γλυκοί
στους δρόμους χορεύουν
καμπάνες, τρίγωνα
ακορντεόν.

Φωνές παιδικές
τις πόρτες χτυπάνε.
Ελάτε, ανοίξτε
γιορτάστε λοιπόν!

Βούλα Ηλιάσκου –Καίτη Δαλμάτσου-Ζερβουδάκη, 12 μήνες τραγούδια, εκδόσεις Πατάκη.

.........................

Καλή εβδομάδα να 'χουμε :)

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ (α’ μέρος)

Όταν έρθει εκείνη η ώρα
ο Άι-Βασίλης με τα δώρα.

Τώρα η πλάση όλη ησυχάζει,
κάποιο θάμα μας ‘τοιμάζει.

Στο άγιο σπήλαιο της νυκτός,
φως, γεννήθηκε ο Χριστός.

Άρχοντες, καλήν ημέρα!
Έρχομαι απ’ το δάσος πέρα.

Από χιόνι έχω παιχνίδια
κι από κρύσταλλα στολίδια.

Μπορεί ο Δεκέμβριος να μην έχει πολλά «καλλιτεχνικά ψευδώνυμα» όπως ο προηγούμενος μήνας, όμως ο λαός δεν τον έχει αφήσει παραπονεμένο μιας και τον αποζημίωσε με ένα πλήθος παροιμιών που αναφέρονται σε αυτόν.

Ας δούμε μερικές ονομασίες και στη συνέχεια ας πάρουμε βαθιά ανάσα για να διαβάσουμε ένα ολόκληρο κατεβατό από παροιμίες για τη χάρη του!

Άσπρος μήνας ή Ασπρομηνάς (για το κρύο και τα χιόνια που φέρνει),
Νικολοβάρβαρα (για τις γιορτές των Αγίων Νικολάου και Βαρβάρας),
Χριστουγεννάς (για τα Χριστούγεννα, τη μεγάλη γιορτή της Χριστανοσύνης).

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ
(αντιγράφω κάποιες ενδεικτικά)
«Να ‘ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τα Λαμπρά βρεχούμενα, τα αμπάρια γιομισμένα».
«Δεκέμβρη μου, με πάγωσες και πώς να ξεπαγιάσω».
«Δεκέμβριος, Χριστού γέννηση και καλός μας Χρόνος».
«Το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι».
«Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού».
«Αν πρωιμίσει η μυγδαλιά κι ανθίσει το Δεκέμβρη, βαρύς χειμώνας κι όψιμος θε να ‘ρθει να μας εύρει».

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΡΙΚΗ, Περιοδικό Παράθυρο στην Εκπαίδευση του Παιδιού, τεύχος 84, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013.
……………………………………..
Καλό μήνα και καλό χειμώνα σε όλους!

Με χιόνια, βροχές, τσουχτερό κρύο, απανωτούς σεισμούς και στολισμό σπιτιού υποδεχτήκαμε τον Δεκέμβριο και τον χειμώνα στη Φλώρινα και στο σπίτι μας…