Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Ένα Μ ά ι κ ω β ο για όλα τα παιδιά...

Πήρα τον κατηφορικό δρόμο ολομόναχος. Το βράδυ ζύγωνε με κρύα πόδια. Θα μ’ έλιωνε σαν ένα έντομο που το πέτυχε στο δρόμο νυχτιάτικα. Προχώρησα τρία βήματα και σταμάτησα. Οι δυο γέροι φίλοι μου κούτσαιναν ακόμη πάνω στο δρόμο τσάκα τσάκα κι έφευγαν κατά το χωριό τους. Θα ήταν κανένα απόμακρο χωριό με λασπένια καλυβάκια… που τα βράδια θα ‘καιε η φωτιά και θα ‘ψηνε το μαγείρεμα και τα κάστανα. Ο γεράκος έφευγε χωρίς να γυρίζει πίσω. Αν γύριζε ακόμη μια φορά πίσω, αν μου ‘λεγε ακόμη μια φορά «έλα να το πάιμε το σπίτι με το Τραγιάν…» μπορεί και να πήγαινα. Μπορεί…

Μα δεν πήγα. Έστριψα και πήρα την άλλη ψαλιδιά. Κάπου εκεί γύρω, ανάμεσα σε κάποιο δάσος θα βρισκόταν το Μάικωβο. Μπορεί να ‘χαν καιρό να πάνε παιδάκια και να ‘ταν οι δρόμοι του κλεισμένοι από βάτα. Κάπου θα έλαμπε σ’ ένα ρουμάνι από κουμαριές για να ‘χουν και το χειμώνα τα παιδάκια το φρούτο τους.

Μ ά ι κ ω β ο.

Τώρα μου φάνηκε πως πρέπει να το ‘χω δει. Α, χωρίς άλλο. Μα κι αν πάλι δεν το ‘χω δει το ίδιο, έχω δει χωρίς άλλο τα παιδιά του. Σε κάτι βιβλία της Πρωτοχρονιάς. Κάτι παιδιά κοκκινομάγουλα κάτου από καμπάνες με κορδέλες. Σπίτια χωμένα μες στα τριαντάφυλλα. Κάτι αβγά μεγάλα που κάθεται ολάκερη η φαμίλια μέσα και τραγουδάει. Και το τζάκι να μη σβήνει ποτές… Μέσα βράζουνε ζεστές σούπες και κάτι φαγιά που τα τρως και κοκκινίζουνε τα μάγουλά σου σαν μήλα. Ύστερα γλυκά… ολάκερες καραβιές γλυκά. Ναι, αυτό θα ‘ταν! Κρίμα να μην το ξέρω από τότες για να σημαδέψω το δρόμο… Τώρα…

Κάθισα σε μια πέτρα και περίμενα να περάσει κανείς να τον ρωτήσω. Μα οι περαστικοί ήταν λίγοι. Κάτι βιαστικοί βρακάδες. Άπλωναν τα χέρια τους και «ααα…» κάνανε. «Νιέ ζναμ». Ρώτησα μια γερόντισσα Βλαδοβίτισσα, κουφή. Δεν πήρε χαμπάρι τι έλεγα. Αν περίμενα έτσι θα μ’ έβρισκε το βράδυ. Ξεκίνησα λοιπόν για τον κατήφορο κι όποιον αντάμωνα. Και δε στάθηκα άτυχος. Λίγο πιο κάτου, σ’ ένα κατηφορικό περιβόλι, ένας βρακάς παππούς τρυγούσε τα κυδώνια του. Είδα τα γένια του και παρηγορήθηκα. Το ‘ξερα πια. Όλοι οι αξούριστοι μπαρμπάδες ήταν καλοί με τα παιδιά. Όπως οι εκκλησιές έχουν το σταυρό τους, έτσι κι οι γέροι έχουν το γένι τους για σημάδι της καλής τους καρδιάς.

-Καλημέρα, μπάιτσε…

Δε μ΄ άκουσε. Μουρμουρίζοντας μέσα στα γένια του ένα παλαιικό ντόπιο τραγούδι μάζευε τα κυδώνια του. Οι γέροι τραγουδάνε σαν τα μωρά. Κάνουν «α-ααα» και δεν ξεχωρίζεις τι λένε. Είναι και οι χαβάδες τους κλαψάρικοι…
-Μπάιτσε (πήδηξα το χαντάκι του). Καλησπέρα!

Ο τραγουδιστής έκοψε το τρύγημα και το τραγούδι. Με κοίταξε με το χωριάτικό του ξάφνιασμα, σαν παλιός γνώριμος του σπιτιού μας. Σβάρνισε με το δάχτυλό του τον ιδρώτα απ’ το κούτελό του και τον πέταξε στο χώμα.
-Τι χέλει, μαλέτσκο; Ντούνκι; Φάε…

Καθάρισε ένα κυδώνι απ’ το χνούδι του απάνου στο βρακί του και μου το ‘δωκε…
-Φάε…
-Όχι, μπάιτσε. Φχαριστώ.
-Γκιατί μπρε;
-Να, έτσι… Δε θέλω.
-Και τι χέλει;

Καθόμουνα και τον κοιτούσα… Αν με πιάσει στο ψιλό; Αν ο Ζλατάν ήτανε κάνας γερο-ψεύτης και μα κορόιδεψε; Μα η μέρα έφευγε. Θα με πρόφταινε η νύχτα στο δρόμο. Και τότες τι κάνουνε; Να φτάσεις νύχτα σε ξένο χωριό… Δεν κάνει… Θα μου πεις, ένα Μάικωβο δεν τα ξεσυνερίζεται κάτι τέτοια… Δε λέω… Μα πάλι… Ε, κι έπειτα; Εγώ θα τον ρωτήσω κι ό, τι γίνει έγινε!
-Μπάιτσε!

-Α…
-Μην και ξέρεις… μην άκουσες… μη
-Τι;
-Μην και ξέρεις κατά που πέφτει…
-Πχοιο;
-Μην έτυχε ν’ ακούσεις κατά πού πέφτει το… Μάικωβο;
Ο γέρος δεν πραξενεύτηκε καθόλου. Το γένι του γιόμισε γλύκα.
-Μάικωβο; Πώς, το κσέρει;
-(Αχ…) Και… πού είναι, μπάιτσε; Πού;
-Α; Κοίτακσε (ο γέρος άπλωσε τα χέρια του και τα ‘κανε δρόμους): Κοίτακσε… τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έκει ένα χωριό. Ντεν είναι τη Μάικωβο, είναι την Όσλοβο. Τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έχει άλλο χωριό. Ντεν είναι τη Μάικωβο, είναι τη Λέσκοβο. Τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έκει άλλο χωριό. Είναι τη Μ ά ι κ ω β ο! (Ζεστάθηκα σαν να μου φορέσανε γούνα)!
-Φχαριστώ μπάιτσε. Και είναι μακριά, μπάιτσε; Ε; Είναι πολύ μακριά;
-Όκι. Ντυο τσιγκάρε.
-Φχαριστώ (μέσα μου θύμωσα λίγο με το γερο-Ζλατάν, τον ψεύτη). Φχαριστώ, μπάιτσε.
-Γκειάσο μαλέτσκο. Καλό στράτα. Τώρα χέλει ένα ντούνκι; Πάρ’ το ένα, το τρώει στο δρόμο.
-Φχαριστώ.
Το πήρα και ξαναπήδηξα το χαντάκι. Μα κάτι ακόμα έπρεπε να ξεκαθαρίσω , μια και τόνε βρήκα έτσι βολικό.
-Και… δε μου λες, μπάιτσε…
-Α…
-Είναι μεγάλο, ε;
-Πχοιο;
-Είναι μεγάλη πολιτεία, ε
-Πχοιο;
-Μα το Μάικωβο, ποιο άλλο;
-Πολιτεία; Αααα φα!... φα!... φα!... Πολιτεία! Ααα φα, φα, φα!... (τι άσκημος που ήταν! Είχε και κάτι σάπια δόντια…) Αα… φα, φα, φα!
-Ώστε δεν είναι έτσι… Δεν είναι μεγάλο το Μάικωβο;
-Ααα… φα, φα, φα! Μιγκάλο; Ουφτώ κούκια! (οχτώ σπίτια). Ου, ου… φα, φα, φα…
Έσφιξα τις γροθιές μου.
-Γελάς; Γελάς και δεν ντρέπεσαι;… Κρίμα στα γένια σου! Αυτό μονάχα σου λέω… Κρίμα στα γένια σου.
-Αμπρέ!
Ο γέρος έκοψε ξαφνικά το χάχανο. Απόμεινε σαστισμένος, λυπημένος’ κι άπλωνε τα χέρια του. Ήθελε να με καλοπιάσει, και δεν έβρισκε τίποτα. Μοναχά αφουγκραζότανε σαν να βούιζαν γύρω στ’ αφτιά του μέλισσες. Έκρυψε και τα σάπια του δόντια.
-Αμπρέ… αμπρέ… Ολοένα αυτό έλεγε.
-Να και το παλιοκύδωνό σου!
Το γένι του ήταν σαν μαραμένος θάμνος. Άπλωσε το χέρι του. Έβλεπα κει ένα χωριάτικο χέρι να ρωτάει.
-Αμπρέ!... Αμπρέ, μαλέτσκο… Κλαίει; Γκιάτι…

-Δε θέλω να ξέρω κανένα σας! Είσαστε όλοι… -ήμαρτον Γιοβάν- όχι δεν είναι κανείς σας γαιδούρι! Είσαστε όλοι «μπίσκες»!

Έφευγα χτυπώντας δυνατά τα πόδια μου στο χώμα. Και τα πετραδάκια τρυπούσαν τις σόλες μου σαν μερμήγκια.

Δεν ήρθε πολύ ξοπίσω μου. Έμεινε κει πάνω απ’ το χαντάκι με το χέρι του απλωμένο. Η μιλιά του κρύωσε μες στα δόντια του. Έμενε’ κι ο αέρας του ανέμιζε τα μαλλιά. Το βλέμμα του κυνηγούσε τα βήματά μου. Όχι, δεν ήθελα να ξέρω κανένα τους.

Έφευγα. Είχα κιόλας χαθεί μες στα μεγάλα δέντρα του δρόμου. Έφευγα πατώντας άτσαλα τα φύλλα. Ήμουν σαν ολομόναχο χελιδόνι που δεν πρόφτασε ν’ ακολουθήσει τ’ αδέρφια του και το πήρε ο χειμώνας. Σε λίγο θα ήταν νύχτα΄ κι έτρεμα, μες στ’ απόβραχο… Έτρεμα μα έφευγα.
Κάτου στα ριζά, η βουβάλα έχυνε το γάλα της αφριστό… Ας το ‘χυνε. Εγώ δεν ήθελα τίποτα πια τώρα. Βιαζόμουνα να προσπεράσω το σύρραχο, να πάω σ’ ένα απάγκιο, να στρώσω στα πόδια μου κείνο το Μάικωβο και να χαϊδέψω σαν ακριβό γυαλί που μου το τσάκισαν. Κι ύστερα να πασκίσω να συνταιριάξω τα κομμάτια του, να τα κολλούσα –αν κολλούσε τα σπασμένα κομμάτια με δάκρυα.

Μα σαν προσπέρασα το βουναλάκι και βγήκα στο ξέφωτο, εκεί, στο τέλος του σύθαμνου, ένας άλλος κόσμος με περίμενε. Ένας κόσμος φωτερός, κάτασπρος! Ένα μαγικό χαλί που το ξεδίπλωσαν μπρος στα πόδια μου και μ’ άφησαν βουβό. Ένας κάμπος ανοιχτός, καταγάλανος, που κολυμπούσε στην καταχνιά του απόβραδου. Καταμεσής του ένας άσπρος δρόμος τον ρίγωνε στα δυο. Είχε τα μπράτσα του τεντωμένα απ’ ανατολή σε δύση. Το ‘να ακουμπούσε στα πόδια μου. Τ’ άλλο κυλούσε ως κάτου στα πέρατα κυνηγώντας τους καπνούς. Με τύλιξε μεμιάς η μυρουδιά του, γιομάτη άχερο κι αλογίσιο ιδρώ. Σ ι γ ο υ ρ ι ά. Γιόμισ’ ο κόρφος μου. Τώρα θ’ αρπαχνόμουν απ’ αυτό το τεντωμένο σκοινί και σίγουρα –ποιος ξέρει;- μπορεί και εκεί κάτου στην άκρη του, μπορεί να ήταν σκαλωμένο το Μάικωβο.

-«Πάμε;»… Ήταν μια φωνή παλιά, συρμένη στην άπλα της δημοσιάς. Γνώριμη φωνή. Ρώτησα (τα σκονισμένα γένια του δρόμου σάλεψαν).
-Ποιος είσαι; ρώτησα. Ο μπάιτσε Γιοβάν; Ο μπάιτσε Ζλατάν;
-«Όχι»μου κάνει. «Είμαι ο μπάιτσε-Δ ρ ό μ ο ς…»
-Εσύ;… Εσύ; Ήρτες; Αλήθεια; Στάσου… άφησέ με να ψάξω τη σκόνη σου.
-«Πάμε;»
-«Ναι. Μα εγώ είμαι για το Μάικωβο. Αν συμφωνείς για το Μάικωβο…»
-«Πάμε, Κριφ… Εσένα ήρθα να πάρω».
Ένα αυλάκι καλοναρχούσε δίπλα του. Φαίνεται πως θα το ‘χε ο μπάιτσε-Δρόμος για να πλένει τα πόδια του απ’ τη σκόνη.
-«Θα ‘ρτεις;» ξαναρωτάει.
Συλλογιζόμουνα. Ένα κατσικάκι βέλαξε πίσω. Γύρισα. Ήταν βατραχάκι. Σε μεγάλο λούσο βρισκότανε. Φορούσε πλουμιστό γιλέκο και πέτσινα γάντια σταχτιά. Είχε βρει το Μάικωβό του!
-«Πάμε;», μου ξαναλέει ο δρόμος;

Μιλούσε ο Άι-Βασίλης, γερο-πλανευτής. Χρόνια τον ακολουθούσα –κι ήταν με άδεια σακούλια. Του ‘δινα το χέρι στα τυφλά, χωρίς να μου δείχνει τίποτα. Τώρα το χέρι του έδειχνε Μάικωβο.

Μ ά ι κ ω β ο ! Κάτι ασπρολόγαε στην άκρη του χεριού του. Μα η καταχνιά δε μ’ άφηνε να καλοδώ. Αχ! αν μπορούσε ο ουρανός να μου φέξει λίγο να δω πού πάω. Κι ο ουρανός μ’ ἀκουσε! Τράβηξε την κουρτινίτσα του σύννεφου και… «Ορίστε, Κριφ… μου λέει –δες…»
Είδα. Αααα!... Ναι, ναι… Αυτό ήταν. Ναι, αυτό ήταν! Να τα όλα. Τα σπίτια από φίλντισι. Θεόρατα σπίτια συννεφένια, χρυσά στο λούσιμο του ήλιου. Τζάμια που φεγγοβολούν και μου κάνουν το μάτι. Οι τρούλοι του γυαλίζουν σαν γλόμποι. Όλα είναι όπως τα ‘δειχναν τα βιβλία. Γιομάτα γιρλάντες, γιομάτα τριαντάφυλλα. Μάικωβο!... που είχε ζωή για τα παιδιά. Μάικωβο με τα μεταξωτά του. Να και μια τράνη λυγιστή γέφυρα που πέρναει σαν φέστονι πάνου απ’ το κεφάλι μας.

-«Ε, πάμε, λοιπόν, μαλέτσκο;» με ρωτάει ξανά.
Σηκώθηκα. Ήμουν τόσο ψηλός, που τα μαλλιά μου άγγιξαν την κορδέλα.
-«Πάμε;…..» με ξαναρωτάει για τελευταία φορά, και μου γαργαλάει το δάχτυλο με μια πετρίτσα. Έσφιξα το λουρί μου:
-Εντάξει!... Πάμε, μπάιτσε… Π ά μ ε!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει








Δεν υπάρχουν σχόλια: