Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Η φάτνη

Καμιά χρονιά η μικρή φάτνη, που είχαν ετοιμάσει, με τα ίδια τους τα χεράκια, τα παιδιά, για να πουν μπροστά της την παραμονή των Χριστουγέννων, το ωραίο τραγουδάκι, που τους είχε μάθει η δασκάλα τους, δεν είχαν πετύχει σαν τούτη τη χρονιά. Σωστή φάτνη! Τα παιδάκια είχαν μαζευτεί τριγύρω της και την καμάρωναν.

Τίποτε δεν της έλειπε. Τα χοντρά ζωγραφισμένα χαρτόνια την έκλειναν ολόγυρα, σαν αληθινοί τοίχοι από πλίθες. Η σκεπή της, με το ανάριο βαμπάκι, που είχαν σκορπίσει απάνω της, φάνταζε σα χιονισμένη. Και μέσα της έβλεπε κανείς στο βάθος το παχνί των αγελάδων. Και δεν έλειπαν ούτε οι αγελάδες. Από τα παιχνίδια τους είχανε βγάλει τα παιδιά τρεις μικρές ωραίες αγελάδες, σκαλισμένες απάνω σε άσπρο ξύλο, και τις είχαν στήσει μπροστά στο παχνί. Και καθώς είχαν σκυμμένα τα κεφάλια τους, τα ωραία ζώα, απάνω στις τούφες του σανού, έλεγες πως βοσκούσαν, σα να ήταν ζωντανά. Το πάτωμα ήτανε στρωμένο παντού με σκόρπια άχυρα, που φάνταζαν, από μακριά, σα χρυσό, χνουδωτό χαλί. Κι απάνω στο παχύ αυτό χαλί είχαν ξαπλώσει τα παιδιά δυό ασπρόμαλλα προβατάκια, από πορσελάνα, που τα είχαν βρει κι αυτά στα παιχνίδια τους και, σε κάποια κόχη, κοντά στην πόρτα, ένα κουλουριασμένο μαντρόσκυλο, που έλεγες, πως ήταν αληθινό και λαγοκοιμόταν στη γωνιά του, για να φυλάει τους βοσκούς και τα ζωντανά.

Καταμεσής της φάτνης είχανε στήσει την κούνια του μικρού Χριστού. Αυτή την είχε φτιάσει η μεγαλύτερη αδερφούλα τους, με μεταξωτά και με νταντέλλες και ήτανε αληθινή κούνια για βασιλόπουλο. Δεν της έλειπαν ούτε η κουνουπιέρα, από κάτασπρο, χιονάτο τούλι. Μέσα στην κούνια κοιμότανε ο μικρός Χριστούλης, ένα ωραίο, ξανθό κουκλάκι, από πορσελάνα, ολόγυμνο. Κι απάνω του έσκυβε ένα προβατάκι, που είχαν στήσει δίπλα στην κούνια, σα να παράστεκε στον ύπνο του μικρού.

-Παιδιά, ώρα να κοιμηθείτε –τα φώναξε η μητέρα τους- για νάχετε αύριο όρεξη να πείτε το τραγουδάκι σας του μικρού Χριστού. Ελάτε.
Μα τα παιδιά είχαν ξεχάσει κάτι.

-Καλέ, παιδιά –φώναξε η μικρότερη αδερφή- ξεχάσαμε να βάλουμε τους αγγέλους απάνω στη στέγη της φάτνης. Και πώς θα γεννηθεί ο Χριστούλης, χωρίς τους αγγέλους;

-Μονάχα τους αγγέλους; της είπε ένα αδερφάκι της. Και το άστρο των μάγων; Πώς θα βρουν οι μάγοι, χωρίς το άστρο, τη φάτνη, για να φέρουν τα δώρα τους στο Χριστούλη; Θα χαθούνε μέσα στη σκοτεινή νύχτα.

Έτρεξαν αμέσως τα παιδιά, έψαξαν στα παιχνίδια τους και, σε λίγο, έφεραν δυό ωραίους άγγελους με κάτασπρες φτερούγες, από χαρτόνι κι ένα μεγάλο άστρο από χρυσόχαρτο. Έστησαν τους αγγέλους απάνω στα χιόνια της στέγης, κάρφωσαν το χρυσό άστρο στην πόρτα της φάτνης –όλα πια ήσαν έτοιμα- και πήγανε να πλαγιάσουν.

Όλοι είχαν κοιμηθεί στο ευτυχισμένο σπίτι.

Η μικρούλα, όμως, που είχε στήσει τους αγγέλους, με τις κάτασπρες φτερούγες, απάνω στη στέγη της φάτνης, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν της κολλούσε ύπνος. Σηκώθηκε κρυφά από το κρεβατάκι της και πήγε, αλαφροπατώντας στις μύτες των ποδιών της, να ξανακαμαρώσει μια φορά ακόμα, την ωραία φάτνη. Τι ήταν αυτό που είδε; Θεέ μου! Έτρεξε και ξύπνησε τα αδερφάκια της.

-Ελάτε να ιδήτε…

Έτρεξαν όλα μαζί.

Μέσα στη σκοτεινή κάμαρη, η μικρή φάτνη ήτανε φωτισμένη μ’ ένα γαλάζιο φως και μέσα στην κούνια, ο μικρός Χριστούλης –το κουκλάκι- κουνούσε τα δυό του χειλάκια, σα να είχε ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή από τον ύπνο, και χαμογελούσε στα παιδάκια.

Τα παιδιά, που είχαν δει το θαύμα, άφηκαν μια φωνή τρομαγμένης χαράς, που σήκωσε όλο το σπίτι στο πόδι.

-Τι είναι, καλέ! Τι τρέχει;

Πρώτη έφτασε, αλαλιασμένη, με τα νυχτικά της, η μητέρα, ύστερα ο πατέρας, ύστερα τα μεγαλύτερα αδέρφια, ύστερα οι υπηρέτριες. Όλο το σπίτι βρέθηκε γύρω από τα σαστισμένα παιδιά.

-Τι είναι, καλέ; Τι πάθατε;

Τα παιδάκια έδειχναν, με το δάχτυλο, τρομαγμένα, τη φωτισμένη φάτνη και το μικρό Χριστό, που κουνούσε τα χεράκια του και χαμογελούσε. Μα οι μεγάλοι δεν έβλεπαν τίποτε. Κανείς δεν έβλεπε τίποτε.

-Πηγαίνετε γρήγορα στα κρεβάτια σας, παλιόπαιδα… τους είπε η μητέρα τους. Στο όνειρό σας θα τα είδατε αυτά που λέτε.

Μα τα παιδιά δεν τα είχαν ιδεί στο όνειρό τους αυτά, που έλεγαν. Έβλεπαν ακόμα τη φάτνη λουσμένη μέσα σ’ ένα γαλάζιο φως και το μικρό Χριστούλη, που κουνούσε τα χεράκια του και τους χαμογελούσε.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ-Μικρές ιστορίες
……………………………………………………..
Χρόνια πολλά, καλές γιορτές!

Δεν υπάρχουν σχόλια: